27 Απριλίου 1941: Όταν οι Γερμανοί μπήκαν στην Αθήνα

Αθήνα, 27 Απριλίου 1941, Κυριακή του Θωμά. Οι σιδηρόφρακτες Μεραρχίες του Χίτλερ, μετά απο ένα 20ήμερο σκληρών μαχών, επι ελληνικού εδάφους, ευρίσκονται στα πρόθυρα των Αθηνών. Ο καταπονημένος ελληνικός στρατός, πολεμώντας γενναία επι ένα εξάμηνο, εναντίον δύο αυτοκρατοριών, με πανίσχυρους Στρατούς, της Ιταλίας και της Γερμανίας κάμφθηκε μπροστά στον πολυάριθμο, ξεκούραστο και καλά εξοπλισμένο Χιτλερικό Στρατό. 
Η εμπροσθοφυλακή των γερμανικών στρατευμάτων κατηφορίζει απο την Κηφισιά, ενώ ταυτοχρόνως συντεταγμένα τμήματα εισέρχονται στην ελληνική πρωτεύουσα απο την Ιερά Οδό.  
 
Μία Επιτροπή που αποτελείται απο τον φρούραρχο στρατηγό Καβράκο, τον νομάρχη Αττικοβοιωτίας αντιναύαρχο Πεντζόπουλο και τους δημάρχους Αθηναίων Αμβρόσιο Πλυτά και Πειραιωτών Μιχαήλ Μανούσκο, αναμένουν, σκυθρωποί, αμίλητοι, ωχροί και συγκινημένοι στην συμβολή των οδών Βασιλίσσης Σοφίας και Λεωφόρου Αλεξάνδρας στους Αμπελοκήπους για να παραδώσουν την πόλη στον επικεφαλής των γερμανικών στρατευμάτων.
 
Οι κάτοικοι της ανοχύρωτης και αφύλακτης πόλεως των Αθηνών με βουρκωμένα μάτια και λυγμούς απο την συγκίνηση κλείστηκαν στα σπίτια τους και σφάλισαν καλά τα παραθυρόφυλλα. Είναι μια πράξη βουβής διαμαρτυρίας. Δεν θέλουν να δουν την παράδοση. Αρνούνται να σταθούν μάρτυρες της σκληρής και αδυσώπητης εικόνας, να περνά ο εχθρός τα δεσμά της σκλαβιάς στην Ελλάδα.
 
Οι σειρήνες δεν ηχούν όπως τις προηγούμενες μέρες. Και η εχθρική αεροπορία έχει σταματήσει τους βομβαρδισμούς. Ξαφνικά γύρω στις 10 το πρωί, τα βογγητά των μηχανών ταράζουν την ως τότε περίεργη ησυχία στην πόλη… Προπορεύεται ο επικεφαλής του τάγματος των Μοτοσυκλετών της 2ας Τεθωρακισμένης Μεραρχίας αντισυνταγματάρχης Οττο Φόν Σέϊμπεν.
 
Με τεντωμένο το χέρι χαιρετά τους παρισταμένους που ανταποδίδουν τον χαιρετισμό. “ Σας διαβεβαιώ οτι ο γερμανικός στρατός έρχεται ως φίλος φέρων την ειρήνη εις την Ελλάδα” είπε ο Σέϊμπεν στην Επιτροπή. Και μετά τις τυπικές προσφωνήσεις και αντιφωνήσεις υπογράφουν το πρωτόκολλο παραδόσεως της πόλεως των Αθηνών σ΄ ενα στρογγυλό μεταλλικό τραπεζάκι του καφενείου “ Παρθενών” μπροστά απο την βίλλα του Νικολάου Θών, αυλάρχη του βασιλιά Γεωργίου του Α΄.
 
Την ίδια στιγμή ο ραδιοφωνικός σταθμός των Αθηνών διακόπτει την θεία λειτουργία, της Κυριακής του Θωμά, για να μεταδώσει ο αρχιεκφωνητής Κώστας Σταυρόπουλος την έκτακτη είδηση.
 
 
«Εδώ ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών. Έλληνες, οι Γερμανοί εισβολείς ευρίσκονται εις τα πρόθυρα των Αθηνών. Έλληνες, κρατείστε ψηλά την σημαία του Μετώπου. Σε λίγο ο σταθμός αυτός δεν θα είναι ελληνικός. Θα μεταδίδει ανακοινωθέντα του εχθρού. Ο βασιλεύς και η κυβέρνησις ευρίσκονται εις την Κρήτην όπου συνεχίζουν τον αγώνα! Ζήτη το Έθνος» Ακολουθεί ο εθνικός ύμνος…
 
Μία μηχανοκίνητη φάλαγγα κατευθύνεται προς το κέντρο της Αθήνας. Στην Βασιλίσσης Σοφίας οι μοναδικοί που τους υποδέχονται και τους χαιρετούν απο τα μπαλκόνια είναι οι 130 υπάλληλοι της Γερμανικής πρεσβείας, οι περισσότεροι πράκτορες της Γκεστάπο.
 
Ένα απόσπασμα με επικεφαλής τον λοχαγό Γιάκομπι και τον υπολοχαγό Ελσνιτς ανεβαίνουν στην Ιερό Βράχο της Ακροπόλεως. Σύμφωνα με μαρτυρίες ο λοχαγός Γιάκομπι διατάσσει τον στρατιώτη Κωνσταντίνο Κουκκίδη να υποστείλει την ελληνική σημαία.  
 
Φαίνεται διστακτικός στην αρχή αλλά υποκύπτει όταν ο αξιωματικός γίνεται πιο αυστηρός. Κατεβάζει τη σημαία χωρίς να αφήσει τον εχθρό να την μολύνει. Δυο στρατιώτες υψώνουν στην θέση της ελληνικής σημαίας την γερμανική με τον αγκυλωτό σταυρό και το άγημα αποδίδει τιμές.
 
 Ο Ελλην στρατιώτης Κωνσταντίνος Κουκκίδης νοιώθει πληγωμένος και ταπεινωμένος. Και τα συναισθήματα αυτά τον σπρώχνουν να προβεί σε ένα εγχείρημα που θα τρομάξει τον εχθρό. Τυλίγεται την γαλανόλευκη και πέφτει απο τον Ιερό βράχο προς την πλευρά της Πλάκας και σκοτώνεται. Αυτά αναφέρουν αυτόπτες μάρτυρες..
 
Το συνταρακτικό γεγονός μεταδίδεται απο στόμα σε στόμα και συγκλονίζει τους πάντες. Πρώτος το έμαθε ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος, ο ιεράρχης που αργότερα αρνήθηκε να ορκίσει κυβέρνηση κουίσλιγκ στην Αθήνα, τον στρατηγό Τσολάκογλου. «Η κυβέρνηση που έχω ορκίσει, συνεχίζει τον πόλεμο στην Κρήτη» είπε στον απεσταλμένο του διορισμένου απο τους γερμανούς, πρωθυπουργού στρατηγού Τσολάκογλου και τον απέπεμψε. 
 
 
Συγκλονισμένοι απο την θυσία του Κουκκίδη ήταν και οι ίδιοι οι Γερμανοί. Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, μετά απο σύσκεψη που έγινε στο δημαρχείο της Αθήνας, ως χειρονομία καλής θελήσεως ο ανώτερος στρατιωτικός διοικητής Αθηνών στρατηγός Σαίρνερ, εξέδωσε διαταγή που όριζε :
«παραπλεύρως των Γερμανικών σημαιών επι της Ακροπόλεως και του Δημαρχείου θα υψούνται και αι Ελληνικαί σημαίαι».
 
Την θυσία του Κουκκίδη ανέφερε δυο μέρες μετά, το όργανο της Ναζιστικής νεολαίας “ Λαϊκός Παρατηρητής” αλλά και ο βρετανικός τύπος. Η εφημερίδα «Νταίηλυ Μαίηλ» έγραψε την Δευτέρα 9 Μαίου 1941: Ενας Έλλην παίρνει την σημαία του στο θάνατο. Αναφέρει εκτενέστερα την θαρραλέα πράξη του Κουκκίδη και τις αθρόες συλλήψεις πολιτών απο την Γκεστάπο, μεταξύ των οποίων και τον εκδότη δύο αθηναϊκών εφημερίδων , τον θρυλικό καπετάν – Κόκκο του Μακεδονικού Αγώνα, Δημήτρη Λαμπράκη.
 
Και ενώ συνέβαιναν αυτά στην Ακρόπολη, ένα άλλο άγημα, περνώντας απο τον Άγνωστο Στρατιώτη όπου ακόμα υπήρχε το στεφάνι που κατέθεσε λίγο πριν αναχωρήσει για την Κρήτη ο βασιλιάς Γεώργιος ο Β΄, έστριψε στο Ζάππειο και κατέλαβε τους ραδιοθαλάμους.  
 
Το σήμα του ραδιοφωνικού σταθμού Αθηνών είχε φυγαδευτεί απο τον διευθυντή του σταθμού Δημήτρη Σβολόπουλο. Και αντί της γνώριμης φωνής του αρχιεκφωνητή Κώστα Σταυρόπουλου, οι Αθηναίοι άκουγαν τώρα το σήμα των γερμανικών εκπομπών και τον λοχαγό Γιάκομπι να στέλνει χαιρετισμό στον αρχηγό του τον φύρερ και να του λέει οτι κατέλαβε την Αθήνα.
 
Τα διαδραματιζόμενα στην Αθήνα παρακολουθούσε με συγκίνηση απο το ραδιόφωνο στην Κηφισιά μία μεγάλη μορφή των γραμμάτων, η Πηνελόπη Δέλτα. Έμεινε άναυδη όταν ξαφνικά κόπηκε η ελληνική εκπομπή. Φώναξε την κόρη της να κλείσει το ραδιόφωνο.
 
 Εκείνη έκανε καθώς πρόσταξε η μητέρα της, αλλά επιστρέφοντας στο δωμάτιο την είδε ανήσυχη με μια έκφραση αγωνίας και τρόμου στο πρόσωπό της. Το κακό είχε συμβεί. Η Πηνελόπη Δέλτα είχε δηλητηριασθεί, άρχισε να χάνει το χρώμα της και το βλέμμα της απλανές καρφώθηκε στην οροφή του δωματίου της.
 
Έτσι έσβησε η Πηνελόπη Δέλτα. Οπως δέκα μέρες πρίν, ο πρωθυπουργός Κορυζής με μία σφαίρα στην καρδιά και ο ταγματάρχης Κωνσταντίνος Βερσής αρκετές μέρες πρίν στα Γιάννινα επειδή δεν ήθελε να παραδώσει τα πυροβόλα του στους γερμανούς.
 
Μέσα σε λίγες ώρες τα γερμανικά στρατεύματα απλώθηκαν σε όλες τις συνοικίες της Αθήνας και άρχισαν να περιπολούν και να ελέγχουν. Ταυτοχρόνως, απο το ραδιόφωνο άρχισαν τα διαγγέλματα που υπαγόρευαν μια σειρά απο απαγορεύσεις Και ο κόσμος που βγήκε έξω απο τα σπίτια του για να δεί τι συμβαίνει, άρχισε να συνειδητοποιεί οτι η παρουσία του εχθρού δεν ήταν πρόσκαιρη αλλά είχε προοπτική μονιμότητας και προμήνυε σκληρή σκλαβιά. Τότε άρχισαν και οι πρώτες αντιστασιακές πράξεις.
 
Τρείς νέοι, αντιδρώντας στην παρουσία των Γερμανών που περνούσαν απο την Ιερά Οδό, ανέβηκαν σε ταράτσα κτιρίου και άρχισαν να ανεμίζουν Ελληνικές σημαίες για να δεχτούν τα εκφοβιστικά τους πυρά. Και στην «πλατεία Αγάμων» την σημερινή Αμερικής, και στην Φωκίωνος Νέγρη, τολμηροί φοιτητές ξεφουσκώνουν με καρφιά τα λάστιχα σταθμευμένων γερμανικών αυτοκινήτων.
 
Έτσι άρχισε η ατέλειωτη νύχτα της σκλαβιάς, αλλά ταυτόχρονα και η αντίσταση των Ελλήνων εναντίον του Στρατού κατοχής. Με πρωτοπόρα τη νεότητα, με σκληρούς αγώνες στα βουνά, στους κάμπους και τις θάλασσες οι Έλληνες εμπνεόμενοι απο τα υψηλά ιδανικά της πατρίδας και της ελευθερίας κατόρθωσαν με την ηρωική Εθνική Αντίσταση να σπάσουν τα δεσμά της σκλαβιάς.
 
Θα έπρεπε να περάσουν 1625 ατέλειωτα ημερόνυχτα, φρίκης, πείνας, αγωνίας, μαρτυρίου και θανάτου κάτω απο την μισητή ναζιστική κατοχή για να δούμε την μέρα του λυτρωμού και της λευτεριάς. Μιας λευτεριάς που δυστυχώς δεν είδαν εκατοντάδες χιλιάδες συμπατριωτών μας που θυσιάστηκαν, ή πέθαναν απο την πείνα και τις κακουχίες.

Η Μάχη του Στάλινγκραντ



Η Μάχη του Στάλινγκραντ
Η μεγαλύτερη και φονικότερη μάχη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και της παγκόσμιας ιστορίας γενικότερα. Υπολογίζεται ότι πάνω από 1.500.000 άνθρωποι (στρατιώτες και πολίτες) έχασαν τη ζωή τους. Όταν κάνουμε λόγο για «Μάχη του Στάλινγκραντ», εννοούμε μια σειρά πολεμικών συγκρούσεων μεταξύ Γερμανών και Σοβιετικών, που έλαβαν χώρα από τις 23 Αυγούστου 1942 έως τις 2 Φεβρουαρίου 1943 στα περίχωρα και στο κέντρο της πόλης του Στάλινγκραντ (νυν Βόλγκογκραντ).
Μετά την καταστροφική επιχείρηση του 1941 για την κατάληψη της Μόσχας, οι Γερμανοί σταθεροποίησαν τις θέσεις τους στην Ουκρανία και την άνοιξη του 1942 ήταν έτοιμοι να εξαπολύσουν νέα επίθεση κατά της Νότιας Ρωσίας. Ο Χίτλερ, με την παρότρυνση των οικονομολόγων του Τρίτου Ράιχ, επιδίωκε να θέσει υπό τον έλεγχό του τις πετρελαιοφόρες περιοχές του Καυκάσου, προκειμένου να εξασφαλίσει τις αναγκαίες ποσότητες πετρελαίου, που θα του επέτρεπαν να συνεχίσει τον πόλεμο.
Το Στάλινγκραντ θεωρήθηκε στρατηγικής σημασίας περιοχή για πολλούς λόγους. Ήταν ένα μεγάλο βιομηχανικό κέντρο στις όχθες του ποταμού Βόλγα (ζωτικής σημασίας θαλάσσιου δρόμου μεταξύ Κασπίας Θάλασσας και της βόρειας ρωσικής ενδοχώρας), η κατοχή του οποίου θα εξασφάλιζε τα νώτα των γερμανικών δυνάμεων που θα εξορμούσαν στον Καύκασο. Αλλά και σε συμβολικό επίπεδο ήταν σπουδαίο το Στάλινγκραντ. Και μόνο ότι έφερε το όνομα του μισητού του αντιπάλου Στάλιν, αποτελούσε ένα καλό ιδεολογικό και προπαγανδιστικό εργαλείο στα χέρια του Χίτλερ. Η ίδια διαπίστωση ίσχυε και για τον σοβιετικό ηγέτη, που ήθελε να μην αφήσει την πόλη στα χέρια του εχθρού. Γι' αυτό και οι εντολές και των δύο προς τους στρατηγούς τους ήταν: «κρατήστε τις θέσεις σας πάσει θυσία και με οποιοδήποτε κόστος».
Η επιθετική ενέργεια των Γερμανών κατά της Νότιας Ρωσίας είχε την κωδική ονομασία «Υπόθεση Μπλε» και θα την έφερναν σε πέρας η Ομάδα Στρατιών Α υπό τον στρατάρχη Πάουλ φον Κλάιστ, η οποία θα αναλάμβανε την επιχείρηση στον Καύκασο και η Ομάδα Στρατιών Β υπό τον στρατηγό Μαξιμίλιαν φον Βάιχς, που θα επιχειρούσε στο Στάλιγκραντ. Την ομάδα Στρατιών Β αποτελούσαν η 6η Στρατιά υπό τον στρατηγό Φρίντριχ φον Πάουλους και η 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων υπό τον στρατηγό Χέρμαν Χοτ.
Η επίθεση εκδηλώθηκε στις 28 Ιουνίου 1942 με τη γρήγορη προέλαση του γερμανικού στρατού (850.000 άνδρες) και ιδιαίτερα της 6ης Στρατιάς του Πάουλους, που απώθησε τους Σοβιετικούς στις όχθες του ποταμού Δον, στο τέλος του Ιουλίου. Η σχετικά εύκολη προέλαση των δυνάμεών του έκανε τον Χίτλερ να πιστέψει ότι επρόκειτο για μια επιχείρηση περιπάτου. Έτσι, έλαβε την λανθασμένη απόφαση, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, να αποσύρει την 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων από το μέτωπο του Στάλινγκραντ και να την ενσωματώσει στην Ομάδα Στρατιών Α, που επιχειρούσε στον Καύκασο.
Μετά την εξέλιξη αυτή, το βάρος της επίθεσης στο Στάλινγκραντ ανέλαβε η 6η Στρατιά του Φον Πάουλους. Την πόλη και την γύρω περιοχή υπερασπιζόταν η 62η Στρατιά του Κόκκινου Στρατού υπό τον στρατηγό Βασίλι Τσούικοφ. Ήταν σαφώς χαμηλότερων προδιαγραφών από την αντίστοιχη γερμανική, αλλά αντιστάθμιζε τις αδυναμίες της από το γεγονός ότι μάχες θα διεξάγονταν σε κατοικημένες περιοχές και όχι σε ανοικτό πεδίο. Γρήγορα ήλθε σε βοήθειά της η 64η Στρατιά. Συνολικά, οι στρατιωτικές δυνάμεις των Σοβιετικών καθ' όλο το διάστημα των μαχών ανήλθαν γύρω στους 1.700.000 άνδρες.
Βομβαρδισμός του Στάλινγκραντ, Αύγ. 1942
Η Μάχη του Στάλινγκραντ άρχισε στις 23 Αυγούστου 1942 με καταιγιστικό βομβαρδισμό από την «Λουφτβάφε». Μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα το 80% της κτιριακής υποδομής της πόλης καταστράφηκε, λαμβανομένης υπ' όψη και της ανεπαρκούς αντιεροπορικής άμυνας, στην οποία υπηρετούσαν νεαρές εθελόντριες. Τις πρώτες μέρες του Σεπτεμβρίου τα χερσαία τμήματα της «Βέρμαχτ» είχαν σχεδόν περικυκλώσει την πόλη. Η μόνη γραμμή ανεφοδιασμού που απέμενε ήταν από τη θαλάσσια οδό του Βόλγα. Στα μέσα Σεπτεμβρίου οι Γερμανοί είχαν συμπιέσει τους Σοβιετικούς σε μια ζώνη μήκους 14 χιλιομέτρων και πλάτους 5 χιλιομέτρων. Οι σοβιετικοί επέλεξαν να αμυνθούν μέσα στην πόλη και τους επόμενους τρεις μήνες το κατεστραμμένο Στάλινγκραντ έγινε θέατρο σκληρών συγκρούσεων, πρωτοφανούς αγριότητας, αλλά και ανείπωτου ηρωισμού. Δρόμοι, οικοδομικά τετράγωνα, ακόμη και μεμονωμένα κτίρια διεκδικούνταν πόντο με πόντο και με το μεγαλύτερο πείσμα από τους εμπόλεμους, σε μάχες εκ του συστάδην. Όσο και να φαίνεται παράξενο, η κατάληψη μιας κουζίνας σε ένα από τα λιγοστά άθικτα κτίρια του Στάλινγκραντ κόστιζε δεκάδες νεκρούς.
Στα μέσα Οκτωβρίου η κατάσταση για αμυνομένους ήταν απελπιστική, καθώς δυσκόλεψε ο ανεφοδιασμός από τον Βόλγα, αφού γινόταν κάτω από τα πυρά των γερμανικών όπλων. Όμως, και το ηθικό των επιτιθεμένων είχε καταπέσει, εξαιτίας της κόπωσης, του επερχόμενου χειμώνα, αλλά και των βαρύτατων απωλειών. Θραύση έκαναν οι ελεύθεροι σκοπευτές του Κόκκινου Στρατού, που υπό την κάλυψη των ερειπίων, προκαλούσαν ανυπολόγιστη φθορά στους γερμανούς στρατιώτες. Πρωταθλητής στον μακάβριο κατάλογο, ο στρατιώτης Ιβάν Σιντορένκο του 1122ου Συντάγματος Τυφεκιοφόρων, ο οποίος σκότωσε πάνω από 500 γερμανούς στρατιώτες. Ακολούθησε ο Βασίλι Ζάιτσεφ από την ίδια μονάδα με 242 σκοτωμούς. Αυτός είναι πιο γνωστός στις μέρες μας, λόγω της ταινίας του Ζαν Ζακ Ανό «Ο εχθρός προ των πυλών» (2001), που εξιστορεί το κατόρθωμά του.
Τον Νοέμβριο του 1942, το 90% του Στάλινγκραντ ήταν ένας σωρός ερειπίων και βρισκόταν υπό τον έλεγχο των Γερμανών. Τα μόνα κτίρια που απέμεναν όρθια ήταν κάποια εργοστάσια που τα κρατούσαν με νύχια και δόντια οι αμυνόμενοι για τις ανάγκες του ανεφοδιασμού τους. Ο Στάλιν, όμως, δεν είχε πει την τελευταία του λέξη. Στις 19 Νοεμβρίου 1942, οι Σοβιετικοί εκδήλωσαν αντεπίθεση με την κωδική ονομασία «Ουρανός». Το σχέδιο είχε εκπονηθεί από τους στρατηγούς Γκιόργκι Ζούκοφ και Αλεξάντρ Βασιλιέφσκι και προέβλεπε την προσβολή των εφεδρικών δυνάμεων της 6ης Στρατιάς, που τη συγκροτούσαν κακοεκπαιδευμένοι στρατιώτες των συμμαχικών χωρών των Άξονα (Ιταλοί, Κροάτες, Ρουμάνοι, Ούγγροι, αλλά και ντόπιοι συνεργάτες των Γερμανών).
Σοβιετική αντεπίθεση, Νοέμβριος 1942
Η σοβιετική αντεπίθεση εκδηλώθηκε με τρεις στρατιές υπό τον στρατηγό Νικολάι Βατούτιν και σημείωσε απόλυτη επιτυχία. Οι Γερμανοί σύντομα εγκλωβίστηκαν και μέσα σε μια περιοχή ολίγων τετραγωνικών χιλιομέτρων βρέθηκαν περικυκλωμένοι 250.000 στρατιώτες. Οι Σοβιετικοί ζήτησαν από τους Γερμανούς να παραδοθούν, προσφέροντάς τους ευνοϊκούς όρους. Όμως η διαταγή του Χίτλερ ήταν επίθεση μέχρις εσχάτων. Μια αερογέφυρα που στήθηκε για τον ανεφοδιασμό των εγκλωβισμένων γερμανικών δυνάμεων κατέληξε σε οικτρά αποτυχία. Η σοβιετική αντιαεροπορική άμυνα κατέρριψε 490 αεροπλάνα της «Λουφτβάφε». Στις 16 Δεκεμβρίου 1942 οι σοβιετικοί εξαπέλυσαν και νέα επίθεση με την κωδική ονομασία «Κρόνος», με στόχο να εγκλωβίσουν αυτή τη φορά την Ομάδα Στρατιών Α, που είχε σταθεροποιήσει τις θέσεις της στον Καύκασο. Δεν τα κατάφεραν, αφού η αντίσταση της εγκλωβισμένης 6ης Στρατιάς στο Στάλινγκραντ έδωσε την ευκαιρία στον Φον Κλάιστ σε μια συντεταγμένη υποχώρηση. Μάλιστα, ο Χίτλερ προβίβασε τον φον Πάουλους στον βαθμό του στρατάρχη για τον ηρωισμό και την αυταπάρνησή του.
Όμως, τρεις μέρες αργότερα και συγκεκριμένα στις 2 Φεβρουαρίου 1943 ο στρατάρχης πλέον Φον Πάουλους αναγκάστηκε να παραδοθεί, όταν οι Σοβιετικοί πολιόρκησαν το αρχηγείο του και κάθε αντίσταση ήταν μάταιη. Ήταν ο πιο υψηλόβαθμος αξιωματικός που αναγκάστηκε να παραδοθεί στην ιστορία του γερμανικού στρατού. Μαζί του παραδόθηκαν 22 στρατηγοί και οι εναπομείναντες 91.000 στρατιώτες της 6ης Στρατιάς. Τελικά και από αυτούς μόνο οι 5.000 επέζησαν από τις κακουχίες της αιχμαλωσίας και επέστρεψαν στη Γερμανία αρκετά χρόνια μετά τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.
Συνολικά, οι απώλειες για τους Γερμανούς και τους συμμάχους τους ανήλθαν σε 800.000 νεκρούς και τραυματίες. Οι Σοβιετικοί από την πλευρά τους είχαν ασυγκρίτως μεγαλύτερες απώλειες: 478.741 νεκρούς και 650.000 τραυματίες, στρατιώτες και πολίτες. H Μάχη του Στάλινγκραντ αποτέλεσε σημείο καμπής στην πολεμική αναμέτρηση μεταξύ Γερμανίας και Σοβιετικής Ένωσης. Εξολόθρευσε πολύτιμες στρατιωτικές δυνάμεις για τον Χίτλερ και ταπείνωσε τη γερμανική πολεμική μηχανή.

Πραξικόπημα της 21ης Απριλίου


Έμβλημα της Χούντας. Ο Φοίνικας μέσα από την φωτιά.
Στις 21 Απριλίου του 1967 και ενώ είχαν προκηρυχθεί εκλογές για τις 28 Μαΐου, επίορκοι αξιωματικοί του στρατού, υπό την φερόμενη ηγεσία του κινηματία Συνταγματάρχη Γεωργίου Παπαδόπουλου, και συμμετοχή του Ταξίαρχου Τεθωρακισμένων Στυλιανού Παττακού και του Συνταγματάρχη Νικόλαου Μακαρέζου, ομάδας αξιωματικών του στρατού ξηράς, καταλύοντας την Δημοκρατία και τους υφιστάμενους θεσμούς της χώρας και στρέφοντας τα διαπεπιστευμένα όπλα κατά του ελληνικού λαού, κατέλαβαν την εξουσία με πραξικοπηματικό κίνημα, το οποίο οι ίδιοι ονόμαζαν «Εθνοσωτήριον Επανάστασιν» ή «Επανάσταση της 21ης Απριλίου». H Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων, δια του Δ΄ ψηφίσματος, (8 Ιανουαρίου 1975) χαρακτήρισε την κίνηση της 21ης Απριλίου 1967 ως πραξικόπημα.

Πίνακας περιεχομένων

Προηγούμενο γενικό πολιτικό πλαίσιο

Μετά τον Εμφύλιο του 1946-49 ήταν διάχυτος ο φόβος της επικράτησης του κομμουνισμού παρά την ήττα του ΔΣΕ και την εξορία των ηγετικών στελεχών του ΚΚΕ. Οι κυβερνήσεις λάμβαναν μέτρα όπως η απαγόρευση του ΚΚΕ, η εκτόπιση αντιφρονούντων κ.λπ. Ορισμένοι αξιωματικοί στο στρατό, στην αστυνομία/χωροφυλακή, στην ΚΥΠ και αλλού θεωρούσαν ότι οι πολιτικοί δε λάμβαναν αρκετά μέτρα ή ότι δεν ήταν αρκετά ικανοί να αποτρέψουν τον κίνδυνο και είχαν ουσιαστικά αυτονομίσει τη δράση τους, δημιουργώντας το λεγόμενο «παρακράτος». Δημιουργήθηκαν ομάδες αξιωματικών, οι οποίες συνέρχονταν και αποφάσιζαν κοινή δράση χωρίς να λογοδοτούν ή να ελέγχονται από την πολιτική ηγεσία. Ταυτόχρονα με ψευδείς εκθέσεις ή με προβοκάτσιες προσπαθούσαν να πείσουν ότι η αριστερά είχε οργανωμένη δράση για την κατάληψη της εξουσίας. Οι κυβερνήσεις της εποχής κατά τις δεκαετίες '50 και '60 δε στάθηκε δυνατόν να ελέγξουν αυτούς τους παρακρατικούς μηχανισμούς είτε διότι δεν αντιλαμβάνονταν τη σοβαρότητα του κινδύνου για τη δημοκρατία, είτε διότι πολλές φορές τα ανάκτορα παρενέβαιναν υπέρ τους, νομίζοντας ότι οι παρακρατικοί είναι ως επί το πλείστον ορκισμένοι φιλομοναρχικοί. Δείγματα της δράσης των παρακρατικών ήταν το σχέδιο «Περικλής», ως ένα βαθμό η «βία και νοθεία» στις εκλογές του 1961 και η δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη το 1963.
Η δράση των αντιδημοκρατικών ακροδεξιών ομάδων αυτών εντάθηκε μετά τη νίκη στις εκλογές του 1963 της Ενώσεως Κέντρου με αρχηγό τον Γεώργιο Παπανδρέου, ο οποίος ήταν μεν αντικομμουνιστής, πίστευε όμως ότι η πολιτική διώξεων κατά των κομμουνιστών μάλλον τους ενίσχυε παρά τους αποδυνάμωνε. Οι πραξικοπηματίες φοβούνταν την πιθανότητα νέας νίκης της Ενώσεως Κέντρου στις προσεχείς εκλογές. Μια νίκη της θα σήμαινε ενίσχυση της πτέρυγας του Ανδρέα Παπανδρέου και πιθανή κάθαρση του στρατεύματος από τα υπερδεξιά στοιχεία. Μια τέτοια κάθαρση αναμφισβήτητα θα περιλάμβανε πολλά από τα ηγετικά στελέχη του κινήματος. Η προηγούμενη προσπάθεια ελέγχου του στρατεύματος από την κυβέρνηση είχε καταλήξει σε σύγκρουση με τα ανάκτορα και την Αποστασία του 1965. Αν η Ένωση Κέντρου επανεκλεγόταν, η παρέμβαση των ανακτόρων θα ήταν πολύ πιο δύσκολη. Την ίδια στιγμή οι αντιαμερικανικές δηλώσεις του Ανδρέα Παπανδρέου, η χείρα φιλίας που έτεινε προς την ΕΔΑ και οι προτροπές του για ενίσχυση της φιλίας με τις χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας είχαν θορυβήσει όλους τους δεξιούς θεσμικούς και εξωθεσμικούς παράγοντες, περιλαμβανομένων και των Αμερικανών. Λόγω της προχωρημένης ηλικίας του Γ. Παπανδρέου ο Α. Παπανδρέου διαφαινόταν ως ο διάδοχός του σε περίπτωση νίκης στις επερχόμενες εκλογές.
Υπήρχαν πολλές αναφορές στο ενδεχόμενο πολιτειακής εκτροπής, ενώ σχεδιαζόταν πραξικόπημα και από ανώτερους αξιωματικούς υπό τον στρατηγό Σπαντιδάκη με την ανοχή (αν όχι με την ενθάρρυνση) του βασιλιά Κωνσταντίνου Β'. Τα σενάρια αυτά αφορούσαν την αφαίρεση της εξουσίας από την Ένωση Κέντρου, σε περίπτωση νίκης της τελευταίας στις επερχόμενες εκλογές, και την αναστολή εφαρμογής ορισμένων άρθρων του Συντάγματος για περιορισμένο χρονικό διάστημα.
Οι αξιωματικοί που τελικά προέβησαν στο πραξικόπημα την 21η Απριλίου 1967 κινήθηκαν πιο γρήγορα και εξέπληξαν τους πάντες. Το καθεστώς δικαιολόγησε την κατάληψη της εξουσίας υποστηρίζοντας ότι υπήρχε κίνδυνος να καταληφθεί η εξουσία από τους κομμουνιστές. Οι πραξικοπηματίες ισχυρίστηκαν ότι είχαν ανακαλύψει εβδομήντα φορτηγά αυτοκίνητα φορτωμένα με ψεύτικες στρατιωτικές στολές, που οι κομμουνιστές θα χρησιμοποιούσαν για να κάνουν πραξικόπημα. Ποτέ δεν παρουσίασαν κάποιο από αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία και σύντομα και οι ίδιοι εγκατέλειψαν τη πρόφαση του επερχόμενου κομμουνιστικού κινδύνου.

Το Χρονικό του πραξικοπήματος

Οι συνωμότες διστάζουν

Ο Συνταγματάρχης Γεώργιος Παπαδόπουλος, ο Ταξίαρχος Στυλιανός Παττακός και ο Συνταγματάρχης Νικόλαος Μακαρέζος συναντήθηκαν στο αρχηγείο των Τεθωρακισμένων στο Γουδή, στις 11.30΄ της 20ης Απριλίου . Ο Παπαδόπουλος δεν είχε λάβει ακόμα κάποιες πληροφορίες και πρότεινε να αναβάλουν το πραξικόπημα κατά είκοσι τέσσερις ώρες. Ο Παττακός αρνήθηκε κι η διαφωνία τους κράτησε αρκετή ώρα. Τελικά ο Παττακός ανακοίνωσε στους άλλους συνωμότες ότι εκείνος θα ξεκινούσε το κίνημα είτε τον ακολουθούσαν, είτε όχι [1] και τότε συμφώνησαν κι οι υπόλοιποι. Ωστόσο , το πραξικόπημα, είχε ήδη καθυστερήσει κατά μία ώρα και οι πρώτες μετακινήσεις μονάδων άρχισαν μετά τη 1π.μ. O λόγος που δίσταζε ο Παπαδόπουλος ήταν γιατί το μεσημέρι της ίδιας μέρας κάποιος είχε τηλεφωνήσει ανώνυμα στη γυναίκα του Συν/χη Λάζαρη και της είχε πει ότι η πολιτική ηγεσία ήξερε για τη βραδινή κίνηση.[εκκρεμεί παραπομπή]

Έλεγχος τηλεπικοινωνιών

Πρώτα κινήθηκαν τα τμήματα των καταδρομέων (ΛΟΚ). Αποτελούσαν τη λυδία λίθο επιτυχίας του κινήματος, που θα είχε πιθανότητες επικράτησης μόνο αν οι μονάδες αυτές κατόρθωναν να καταλάβουν όλα τα τηλεπικοινωνιακά κέντρα χωρίς να δοθεί το σήμα συναγερμού. Δεν έπρεπε να ειδοποιηθούν και να κινητοποιηθούν ο βασιλιάς, οι στρατηγοί, η κυβέρνηση πριν ολοκληρωθούν οι βασικοί στόχοι του κινήματος. Οι τηλεπικοινωνίες – κτίριο της ΕΡΤ (τότε ΕΙΡΤ), τηλεόραση, ραδιοφωνικοί σταθμοί, τηλεφωνικό κέντρο και στρατιωτικές εγκαταστάσεις ασυρμάτου - κατελήφθησαν μεταξύ 1 και 1.30΄ π.μ. χωρίς να δοθεί το σήμα του συναγερμού. Στους δρόμους επικρατούσε ησυχία, αφού δεν είχαν ακόμα κινηθεί τα τανκς και δεν κυκλοφορούσαν ομαδικά διάφορα στρατιωτικά καμιόνια. Οι στρατιώτες μετακινούνταν γρήγορα και αθόρυβα, κατά μικρές ομάδες, στους προκαθορισμένους στόχους δίχως να κινούν την προσοχή ή την περιέργεια. Ένα τζιπ γεμάτο στρατιώτες δεν ήταν κάτι το ασυνήθιστο στους αθηναϊκούς δρόμους. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά οι στρατιώτες της Χούντας είχαν θέσει υπό το λειτουργικό έλεγχό τους όλα τα τηλεπικοινωνιακά κέντρα

Πλαστογράφηση – Σχέδιο Προμηθεύς

Ο Παπαδόπουλος είχε ετοιμάσει μια γραπτή διαταγή , που όριζε τις μετακινήσεις των αναγκαίων στρατιωτικών μονάδων, πλαστογραφώντας το όνομα του Βασιλιά. Οι συνωμότες απευθύνθηκαν στους αγουροξυπνημένους στρατιώτες διαβάζοντάς τους τη, δήθεν υπογεγραμμένη από το Βασιλιά, Διαταγή και τους ανέπτυξαν το σχέδιο μάχης, στο όνομα του Βασιλιά. Στη συνέχεια ο Παπαδόπουλος έστειλε το κωδικό σήμα για την ενεργοποίηση του Σχεδίου Προμηθεύς, σχέδιο εκτάκτης ανάγκης του ΝΑΤΟ. Το συγκεκριμένο σχέδιο προορίζονταν για την αναγκαστική ανάληψη εξουσίας από το στρατό με σκοπό την εξουδετέρωση κομμουνιστικής εξέγερσης, σε περίπτωση που εισέβαλαν στην Ελλάδα δυνάμεις του Σοβιετικού Στρατού[2]. Βασικό στοιχείο του σχεδίου ήταν ότι έθετε όλες τις στρατιωτικές μονάδες υπό την άμεση ηγεσία του Υπουργού Άμυνας ή του Αρχηγού ΓΕΣ, στρατηγού Σπαντιδάκη ή του Βασιλιά, απαγορεύοντας ρητά την υπακοή τους σε οποιαδήποτε άλλη διαταγή.
Ο έμπιστος του βασιλιά αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, στρατηγός Γ. Σπαντιδάκης, αντικαταστάθηκε από τον Οδυσσέα Αγγελή. Ο Αγγελής κάνοντας χρήση του νέου του αξιώματος έδωσε εντολή στο Γ' Σώμα Στρατού στη Θεσσαλονίκη να εφαρμόσει το Σχέδιο Προμηθεύς σε όλη τη χώρα.

Συλλήψεις

Έχοντας πια στη διάθεσή τους τηλέφωνα και ασυρμάτους, οι κινηματίες ήταν έτοιμοι να προχωρήσουν στην επόμενη φάση του σχεδίου τους, στις συλλήψεις.
Είχαν αναθέσει σε ειδικές ομάδες τη σύλληψη κορυφαίων πολιτικών. Μόλις άρχισαν ταυτόχρονα τις συλλήψεις, άρχισαν να κινούνται τα τανκς και οι μονάδες Λοκατζήδων. Ο Παπαδόπουλος έφτασε στο Πεντάγωνο, όπου τον περίμεναν ο Συνταγματάρχης Ιωάννης Λαδάς και ο Αντισυνταγματάρχης Κωνσταντίνος Ασλανίδης. Οι στασιαστές όρμησαν μέσα και κατέλαβαν το κτίριο, χωρίς πάλι να δοθεί το σήμα του συναγερμού. Δώδεκα τανκς κι οκτώ θωρακισμένα οχήματα μεταφοράς προσωπικού κύκλωσαν το Πεντάγωνο, ενώ άλλα τανκς βρέθηκαν μπροστά στα κτίρια της τηλεόρασης , των ραδιοφωνικών σταθμών και των τηλεφωνικών κέντρων, ώστε να αποκρουστεί κάθε απόπειρα ανακατάληψής τους. Κι αφού είχαν δρομολογηθεί οι συλλήψεις, άλλα τανκς άρχισαν να καταλαμβάνουν θέσεις στην πλατεία Συντάγματος, μπροστά από μεγάλα ξενοδοχεία (Χίλτον) και άλλα σφράγιζαν τους δρόμους που οδηγούσαν από την επαρχία στην Αθήνα. Αποκλείστηκε και το αεροδρόμιο του Ελληνικού.
Η πρώτη ειδοποίηση που πήρε ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος για όσα συνέβαιναν ήταν από τον υπασπιστή του, Ταγματάρχη Μιχάλη Αρναούτη, όταν είδε ομάδα στρατιωτών να εισβάλλει στην κατοικία του στο Παλαιό Ψυχικό. Το τηλέφωνό του όμως νεκρώθηκε και τελικώς συνελήφθη και οδηγήθηκε στο Πεντάγωνο. Από τις βροντές των πυροβολισμών, ξύπνησε και η Μαργαρίτα Παπανδρέου [3] . Η κατοικία του Ανδρέα Παπανδρέου ήταν γειτονική του Μιχάλη Αρναούτη. Ένας Λοχαγός και τέσσερις κομάντος εισέβαλαν στην οικία και μετά από επεισοδιακή καταδίωξη συνέλαβαν τον Ανδρέα Παπανδρέου. Ο Κωνσταντίνος αμέσως τηλεφώνησε στον Πρωθυπουργό Παναγιώτη Κανελλόπουλο όπου ο τελευταίος τον πληροφορούσε ότι τον συνελάμβαναν εκείνη ακριβώς τη στιγμή, στις 2.23’ το πρωί.
Η δεύτερη ειδοποίηση ότι βρισκόταν σε εξέλιξη πραξικόπημα ήρθε στις 2.10΄ το πρωί, όταν ο αστυνομικός διευθυντής της Αθήνας Τασιγιώργος άκουσε τις κινήσεις των στρατιωτικών μονάδων και τηλεφώνησε στον Υπουργό Δημοσίας Τάξης Γεώργιο Ράλλη. Ο Ράλλης προσπάθησε να τηλεφωνήσει στο Τατόι, αλλά το τηλέφωνό του είχε νεκρωθεί. Κατευθύνθηκε στο γειτονικό αστυνομικό τμήμα, από όπου κατόρθωσε μέσω ασυρμάτου Motorola να συνδεθεί με το Βασιλιά. Ο Βασιλιάς έδωσε εντολή στον Ράλλη να επικοινωνήσει με τους αξιωματικούς υπηρεσίας των Σωμάτων Στρατού στη Θεσσαλονίκη, την Καβάλα, και σε άλλες πόλεις, να τους θέσει σε κατάσταση συναγερμού και να κινηθούν προς την Αθήνα. O Γεώργιος Ράλλης προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον Επιτελάρχη του Γ΄ Σώματος Στρατού, Ταξίαρχο Ορέστη Βιδάλη, για να κινητοποιήσει τις δυνάμεις στη Θεσσαλονίκη. Δεν πρόλαβε, αφού το σχέδιο Προμηθεύς είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή με αποτέλεσμα ο Ταξίαρχος Βιδάλης να αγνοήσει το σήμα του Ράλλη.[4]. Μόλις έλαβε το σήμα, ο Βιδάλης βρέθηκε σε μεγάλη αμηχανία. Έσπευσε να ζητήσει οδηγίες από το ΓΕΣ και ο Στρατηγός Σπαντιδάκης τον διαβεβαίωσε, ψευδώς, στο τηλέφωνο ότι ο Βασιλιάς ήταν σύμφωνος με ό,τι είχε γίνει και ότι έπρεπε να ανγνοήσει τη διαταγή Ράλλη[5].
Ο Λεωνίδας Κύρκος και ο Μανώλης Γλέζος ήταν από τα πρώτα μέλη της Αριστεράς που συνελήφθησαν. Ο Γεώργιος Παπανδρέου συνελήφθη από αξιωματικούς στις 2.45΄ λέγοντάς τους, με τα προτεταμένα όπλα προς αυτόν: «Είναι η πέμπτη φορά που μου συμβαίνει!».
Πριν η ώρα πάει 3.00 π.μ., οι πραξικοπηματίες είχαν θέσει υπό τον απόλυτο έλεγχό τους την Αθήνα. Είχαν εγκλείσει τους σημαντικότερους κρατούμενούς τους στους θαλάμους των Υποψηφίων Εφέδρων Αξιωματικών, στο δεύτερο όροφο της Σχολής Τεθωρακισμένων, στο Γουδί. Χιλιάδες πολίτες είχαν μαντρωθεί στον Ιππόδρομο, στο Φαληρικό Δέλτα, στο γήπεδο Καραϊσκάκη στο Νέο Φάληρο και στο γήπεδο του Παναθηναϊκού στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας.

Διαπραγματεύσεις

Στις 5.30΄ το πρωί, ο Ράλλης τηλεφώνησε πάλι στον Βασιλιά, του ανέφερε τις προσπάθειές του να επικοινωνήσει με τα Σώματα και του συνέστησε: «Παθητική αντίσταση Μεγαλειότατε, και ίσως αργότερα κάτι μπορέσετε να κάμετε» .[6]
Στις 6.00΄ το πρωί οι Συνταγματάρχες βγήκαν στο ραδιόφωνο για να αναγγείλουν την ανάληψη της εξουσίας από το στρατό στο όνομα του Βασιλιά. Ανήγγειλαν την αναστολή ορισμένων άρθρων του Συντάγματος: Επρόκειτο για τα άρθρα 5,6,8,10,11,12,14,18,20,95 και 97. Αυτό σήμαινε ότι δεν ίσχυαν πια οι διατάξεις που προέβλεπαν:
  • Οτι κανένας δε συλλαμβάνεται χωρίς δικαστικό ένταλμα,
  • Το δικαίωμα της ελεύθερης συγκέντρωσης προσώπων,
  • Το δικαίωμα της ίδρυσης και συμμετοχής σε σωματεία,
  • Το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου,
  • Το απαραβίαστο της αλληλογραφίας.
  • Το άρθρο 18 απαγόρευε την επιβολή θανατικής ποινής σε πολιτικά εγκλήματα και έτσι μπορούσαν πλέον να συσταθούν και να λειτουργήσουν, χωρίς ειδικό νόμο, έκτακτα στρατοδικεία.
Στις 8.00΄ το πρωί οι κινηματίες ζήτησαν συνάντηση με τον Βασιλιά στο περικυκλωμένο από τανκς Τατόι. Αφού παρέδωσαν τα όπλα τους στο φυλάκιο εισόδου (και χάθηκε, έτσι, μια ευκαιρία σύλληψής τους) συνάντησαν τον Κωνσταντίνο από τον οποίο και ζήτησαν να υπογράψει διακηρύξεις, οι οποίες θα επέτρεπαν το σχηματισμό κυβέρνησης. Επικαλέσθηκαν τον κομμουνιστικό κίνδυνο και την προστασία του Θρόνου και, στις αρνήσεις του Κωνσταντίνου, ο Παττακός του δήλωσε : Οι Επαναστάτες δεν συζητούν, απαιτούν! .[7] Τελικά, ο Κωνσταντίνος δέχθηκε να μεταβεί στο Πεντάγωνο για μια τελική συνάντηση. Εκεί είχαν μεταφερθεί και κορυφαίοι πολιτικοί ηγέτες καθώς και ο Πρωθυπουργός Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Πριν μεταβεί στο Πεντάγωνο, ο Κωνσταντίνος πέρασε από την κατοικία της μητέρας του, Φρειδερίκης στο Παλαιό Ψυχικό, μάλλον για να τη συμβουλευτεί. Στο Πεντάγωνο επικρατούσε χαώδης κατάσταση. Καθώς οι ώρες περνούσαν και δεν διαφαινόταν κάποια λύση, κατώτεροι αξιωματικοί απειλούσαν ανοιχτά, κραυγάζοντας, τους ανωτέρους τους. Ο Κωνσταντίνος μπόρεσε και συνάντησε τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο για λίγα λεπτά. Ο Π. Κανελλόπουλος εισηγήθηκε στον Βασιλιά να διατάξει τους αξιωματικούς να καταθέσουν τα όπλα. Ο Βασιλιάς, όμως, δεν έλεγχε κανέναν από αυτούς που οπλοφορούσαν.

Ο Βασιλιάς υποχωρεί, η Χούντα νομιμοποιείται

Αργά το μεσημέρι οι δύο πλευρές κατέληξαν σε συμφωνία. Ο Βασιλιάς δέχτηκε να αναλάβουν υπουργεία στρατιωτικοί και οι πραξικοπηματίες δέχτηκαν να γίνει Πρωθυπουργός μη στρατιωτικός. Ο Κωνσταντίνος πρότεινε τον Κωνσταντίνο Κόλλια, εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Η επιλογή προκάλεσε γενική έκπληξη, ο δε Παπαδόπουλος αναγκάστηκε να ρωτήσει ποιος ήταν αυτός ο Κόλλιας. Ο Γρηγόριος Σπαντιδάκης ανέλαβε Υπουργός Άμυνας με υφυπουργό τον Στρατηγό Γεώργιο Ζωιτάκη και οι συνωμότες Γ. Παπαδόπουλος Υπουργός Προεδρίας, Στυλ. Παττακός Υπουργός Εσωτερικών και Νικ. Μακαρέζος Υπουργός Συντονισμού.
Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Β΄ ανάμεσα σε μέλη της δικτατορικής κυβέρνησης αμέσως μετά την ορκωμοσία του δεύτερου κλιμακίου στις 22 Απριλίου 1967. Διακρίνονται οι Παπαδόπουλος, Κόλλιας, Σπαντιδάκης (πρώτη σειρά), Ζωιτάκης, Παττακός (δεύτερη σειρά).
Σύμφωνα με τον Αμερικανό πρεσβευτή Φίλιπ Τάλμποτ, ο οποίος επισκέφθηκε τον Βασιλιά Κωνσταντίνο στα Ανάκτορα της οδού Ηρώδου Αττικού λίγο μετά την ορκωμοσία, ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος του αποκάλυψε ότι δεν έλεγχε πλέον το στράτευμα και πως «Ορισμένοι απίστευτα βλάκες ακροδεξιοί μπάσταρδοι, που είχαν τον έλεγχο των τανκς, οδήγησαν την Ελλάδα στην καταστροφή». Ο Βασιλιάς ισχυρίστηκε ότι σκέφθηκε προς στιγμή να εκτελέσει τους πραξικοπηματίες, όταν έφτασαν στα Ανάκτορα για να ορκιστούν. Σκέφθηκε, όμως, ότι η κίνησή του δεν θα είχε καμία αξία, μια και τα Ανάκτορα ήταν περικυκλωμένα από τανκς επανδρωμένα από αξιωματικούς που τους ήταν πιστοί. Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος δεν ήταν καθόλου βέβαιος για τις επόμενες κινήσεις του και σκεπτόταν σοβαρά αν θα ήταν καλύτερο να μείνει ή να φύγει από τη χώρα. Ρώτησε τον Τάλμποτ πόσος χρόνος θα χρειαζόταν για να φτάσουν στο Τατόι αμερικανικά ελικόπτερα, προκειμένου να μεταφέρουν τον ίδιο και την οικογένειά του εκτός Ελλάδας και αν υπήρχε περίπτωση να αποβιβαστούν Αμερικανοί πεζοναύτες στην Ελλάδα για να τον βοηθήσουν να ανακτήσει τον έλεγχο των Ενόπλων Δυνάμεων [8].

Συνέντευξη Παπαδόπουλου

Στις 27 Απριλίου ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, με την ιδιότητα του υπουργού Προεδρίας, έδωσε συνέντευξη τύπου σε έλληνες και ξένους δημοσιογράφους[9].
Δικαιολόγησε το πραξικόπημα λέγοντας πως η επέμβαση του στρατού ήταν επιβεβλημένη εξαιτίας της πορείας της χώρας προς τον κομμουνισμό. Ως αιτίες αυτής της πορείας παρουσίασε την αδυναμία συνεννόησης των πολιτικών μεταξύ τους και με τον Βασιλιά, καθώς και μια σχεδόν καθολική αντίληψη αναρχίας στην ελληνική κοινωνία. Κατά τον Παπαδόπουλο ο στρατός ήταν η μόνη πολιτικά ουδέτερη δύναμη ικανή να αποτρέψει την καταστροφή.
Ως πρωταρχικό στόχο του νέου καθεστώτος παρουσίασε την ανάπλαση της κοινωνίας ώστε να αποβληθεί η αναρχική αντίληψη. Για να δικαιολογήσει τα κατασταλτικά μέτρα χρησιμοποίησε το παράδειγμα του ασθενή που πρόσκαιρα ακινητοποιείται πάνω στο χειρουργικό τραπέζι προκειμένου να αποκατασταθεί η υγεία του.
Σε ερώτηση δημοσιογράφου αν η ασθένεια ήταν το ενδεχόμενο αποτέλεσμα των προκηρυχθεισών εκλογών το αρνήθηκε και είπε πως στόχος ήταν να αποτραπεί η πορεία προς τον κομμουνισμό μέσω του κοινοβουλίου, κατά το παράδειγμα της Τσεχοσλοβακίας.
Ισχυρίστηκε πως το πραξικόπημα ήταν αναίμακτο. Προσδιόρισε τους πολιτικούς που είχαν τεθεί υπό περιορισμό σε περίπου 25 και είπε πως σύντομα θα ήταν ελεύθεροι. Επίσης ανέφερε πως είχαν συλληφθεί περίπου 5.000 επικίνδυνοι κομμουνιστές, η τύχη των οποίων θα κρινόταν από επιτροπές ασφαλείας. Υποστήριξε πως είχε βρεθεί υλικό, για τη συγκέντρωση του οποίου απαιτήθηκαν 70 φορτηγά, που αποδείκνυε ότι προετοιμαζόταν κομμουνιστικό πραξικόπημα.
Για την τύχη της Αριστεράς είπε πως θα δημιουργηθούν συνθήκες τέτοιες που θα κάνουν τον κομμουνισμό ακίνδυνο, όπως στις μεγάλες χώρες της Ευρώπης.
Όταν ρωτήθηκε αν υπάρχει πρόθεση να κληθεί ο Κωνσταντίνος Καραμανλής όταν γίνει μετάβαση από τη στρατιωτική διακυβέρνηση σε πολιτική, το διέψευσε.

Επιβολή δικτατορίας

Το Δικτατορικό Καθεστώς, που προήλθε από το πραξικόπημα, είναι γνωστό ως η Χούντα των Συνταγματαρχών.
Οι παλαιότερες παρεμβάσεις των στρατιωτικών στην πολιτική ζωή της Χώρας ήταν μικρής διάρκειας και σύντομα οι στρατιωτικοί αποχωρούσαν, δίνοντας τη θέση τους σε μια ευνοούμενη ομάδα πολιτικών. Αντίθετα, η Χούντα έδειξε ξεκάθαρα την απέχθειά της προς όλους τους πολιτικούς, ενώ μόνο μερικοί ασήμαντοι πρώην πολιτικοί προσφέρθηκαν να συνεργαστούν με το καθεστώς. Οι προθέσεις της Χούντας να παραμείνει στην εξουσία για μεγάλο χρονικό διάστημα φάνηκαν καθαρά μετά τη σύνταξη του νέου Συντάγματος, που στην ουσία ποτέ δεν εφαρμόστηκε στην πράξη.

«Επαναστατικόν Συμβούλιον» και « Επαναστατική Επιτροπή»

Σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό ο πυρήνας των πραξικοπηματιών θα συγκροτούσε το Επαναστατικό Συμβούλιο[10], υπό την αίρεση του οποίου θα τελούσε το νομοθετικό και εκτελεστικό έργο της κυβέρνησης. Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος ήταν αντίθετος σε ένα τόσο ισχυρό ρόλο του Συμβουλίου και πέτυχε τον έλεγχο της κυβέρνησης να ασκεί η Επαναστατική Επιτροπή, με μέλη τον Στυλιανό Παττακό, τον Νικόλαο Μακαρέζο και τον ίδιο.
Το δεκαπενταμελές Επαναστατικό Συμβούλιο θα συνεδρίαζε μια φορά το μήνα με αντικείμενο τις μείζονος σημασίας αποφάσεις της κυβέρνησης.
Ωστόσο ο Γεώργιος Παπαδόπουλος σύντομα συγκέντρωσε πάνω του όλες τις εξουσίες, καταργώντας στην πράξη τόσο το Επαναστατικό Συμβούλιο όσο και την Επαναστατική Επιτροπή.

Η δίκη των πραξικοπηματιών

Το καλοκαίρι του 1975 οι πρωταίτιοι του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου δικάστηκαν ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με τις κατηγορίες της στάσης και της εσχάτης προδοσίας, , αδικήματα που ενέπιπταν στα άρθρα 134 και 135 του Ποινικού Κώδικα και 63 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα.
Η σύνθεση του δικαστηρίου ήταν η ακόλουθη: Πρόεδρος ο Γιάννης Ντεγιάννης, σύνεδροι οι εφέτες Παναγιώτης Λογοθέτης, Παναγιώτης Κωνσταντινόπουλος, Ιωάννης Γρίβας και Γεώργιος Πλαγιαννάκος και εισαγγελέας ο Κωνσταντίνος Σταμάτης. Μετά από ακροαματική διαδικασία που διήρκεσε περίπου ένα μήνα (28 Ιουλίου - 23 Αυγούστου 1975) το δικαστήριο επέβαλε τις ακόλουθες ποινές στους κατηγορούμενους ανώτερους και ανώτατους αξιωματικούς:
Η απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου, η μετατροπή της ποινής και οι αντιδράσεις της αντιπολίτευσης.
Το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης, το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, καθώς και ότι ωθήθηκαν στην πράξη τους από μη ταπεινά αίτια. Για τους Γεώργιο Παπαδόπουλο, Στυλιανό Παττακό και Νικόλαο Μακαρέζο το δικαστήριο δέχτηκε ότι υπήρξαν υποκινητές και επικεφαλής της στάσης, γι' αυτό και τους επεβλήθη η εσχάτη των ποινών, η θανατική ποινή.
Μετά από απόφαση της κυβέρνησης Καραμανλή, η θανατική ποινή για τους τρεις καταδικασθέντες μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη. Στον ίδιο τον Κωνσταντίνο Καραμανλή αποδίδεται η ιστορική φράση «Και όταν λέμε ισόβια, εννοούμε ισόβια». Η πράξη επιείκειας αντιμετωπίσθηκε με σφοδρότητα από το σύνολο της αντιπολίτευσης, κυρίως για το γεγονός της κυβερνητικής παρέμβασης σε αποφάσεις της δικαιοσύνης.

Χούντα των Συνταγματαρχών


Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Φοίνικας με τον Στρατιώτη, σύμβολο της Στρατιωτικής Χούντας
Με την ονομασία Χούντα των Συνταγματαρχών ή Δικτατορία των Συνταγματαρχών, ή απλούστερα εκ του διεθνούς ισπανικού και λατινοαμερικάνικου όρου Χούντα[1] καθιερώθηκε να χαρακτηρίζεται η περίοδος της δικτατορίας στην Ελλάδα που επικράτησε μετά το πραξικόπημα των Συνταγματαρχών στις 21 Απριλίου 1967. Η περίοδος αυτή κράτησε μέχρι τις 23 Ιουλίου 1974, δηλαδή "επτά χρόνια" (οι οκτώ τελευταίοι μήνες της οποίας είναι γνωστοί και ως Χούντα του Ιωαννίδη) εξ ου και η περίοδος αυτή αποκαλείται "επταετία".
Όσον αφορά την ονομασία αυτή φέρεται να υιοθετήθηκε από τους Έλληνες δημοσιογράφους, ως ορολογία της διεθνούς ειδησεογραφίας στην οποία με την ονομασία "Χούντα των Συνταγματαρχών" είχε καθιερωθεί να ονομάζεται το πραξικόπημα και η Χούντα που είχε επιβάλει το 1952 ο Νάσερ στην Αίγυπτο, όπου σ΄ εκείνη συμμετείχαν πράγματι μόνο συνταγματάρχες, οι αυτοκληθέντες "Ελεύθεροι Αξιωματικοί".[2]
Στη διάρκεια της επταετίας σχηματίστηκαν τέσσερις δικτατορικές κυβερνήσεις: η Κυβέρνηση Κωνσταντίνου Κόλλια 1967, η Κυβέρνηση Γεωργίου Παπαδόπουλου 1967, η Κυβέρνηση Σπύρου Μαρκεζίνη 1973, η Κυβέρνηση Αδαμαντίου Ανδρουτσόπουλου 1973.
Στις 24 Ιουλίου 1974, αδυνατώντας η τελευταία κυβέρνηση να χειριστεί τα εξ υπαιτιότητάς της γεγονότα της Κύπρου, (απόπειρα δολοφονίας Μακαρίου Γ΄, το πραξικόπημα της Κύπρου και τον Αττίλα Ι), ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας στρατηγός Φαίδων Γκιζίκης, προσκάλεσε από το εξωτερικό και διόρισε πρωθυπουργό τον Κ. Καραμανλή ο οποίος και ανέλαβε την λεγόμενη Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας.

Πίνακας περιεχομένων

Ιστορική Αναδρομή

Ιστορικό πλαίσιο

Η ελληνική δικτατορία 1967-1974 θεωρείται διεθνώς ένα ακόμα επεισόδιο του Ψυχρού Πολέμου, στην μάχη μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η προσπάθεια της Σοβιετικής Ένωσης να προσεταιριστεί έθνη στη πολιτική σφαίρα επιρροής της, ενισχύοντας φιλοσοβιετικές και φιλοκομμουνιστικές ομάδες, συχνά οδηγούσε σε αντίδραση από τη μεριά των Δυτικών και κυρίως των Αμερικανών που ήταν επικεφαλής του δυτικού συνασπισμού σε όμοιες αντίστοιχες ενέργειες.[3]
Στο εσωτερικό των χωρών, στις πιο βίαιες περιπτώσεις, αυτή η μάχη κατέληγε είτε σε πλήρη επικράτηση των κομμουνιστών όπως στο Βιετνάμ/Καμπότζη ή σε στρατιωτική δικτατορία των πιο ακραίων δυτικόφιλων εθνικιστών (Χιλή, Αργεντινή). Στην περίπτωση της Ελλάδας, όπως και στην Ισπανία και στην Πορτογαλία, οι στρατιωτικοί ανέλαβαν να αντιμετωπίσουν αυτό που εκλάμβαναν ως κομμουνιστικό κίνδυνο με περιορισμό των πολιτικών ελευθεριών και εγκαθίδρυση δικτατοριών. Σε αυτήν την δράση τους είχαν συχνά την σιωπηρή ανοχή έως και σε μερικές περιπτώσεις, την ανοιχτή συμπαράσταση της Δύσης και κυρίως των ΗΠΑ μέχρι ακόμα και την ωμή παρέμβαση της CIA και των παραγόντων της.[4]
Κατά τον Σάμιουελ Χάντιγκτον η ελληνική δικτατορία δεν πρέπει να αναλύεται ως ένα μεμονωμένο γεγονός αλλά ως μέρος ενός παγκόσμιου παιχνιδιού, μέρος ενός κύματος δικτατοριών. Όπως εξηγεί ο συγγραφέας στο βιβλίο The Third Wave, με πολλές αναφορές στην ελληνική δικτατορία και μεταπολίτευση, ο κόσμος έχει περάσει τρία κύματα αποσταθεροποίησης και δημοκρατικοποίησης.[5] Η Ελλάδα βρέθηκε στο τρίτο κύμα εκδημοκρατισμού, την περίοδο του 70-80 μαζί με άλλες χώρες όπως οι προαναφερθείσες Ισπανία, Πορτογαλία αλλά και οι Βραζιλία, Παναμάς, Γρενάδα κ.ά..

Πολιτικές εξελίξεις που οδήγησαν στο πραξικόπημα

Με την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Γερμανούς, άρχισε εμφύλιος πόλεμος (1945-1949) μεταξύ των κομμουνιστικών δυνάμεων ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και του εθνικού στρατού, που είχε την άμεση υποστήριξη των Άγγλων και Αμερικανών. Με την παράδοση των όπλων από πλευράς των κομμουνιστών, άρχισε να συντηρείται από τις ελληνικές κυβερνήσεις κλίμα τρομοκρατίας και κατάσταση έκτακτης ανάγκης για τυχόν κομμουνιστική επανάσταση. Επιπλέον, έως το 1961, με ευθύνη και πρωτοβουλία της κυβέρνησης Καραμανλή, δημιουργήθηκε μηχανισμός ελέγχου του Τύπου και της πληροφόρησης, με σκοπό τη στήριξη ενός ουσιαστικά αυταρχικού καθεστώτος. Ο μηχανισμός αυτός αποτελούνταν από στρατιωτικούς και Έλληνες και ξένους δημοσιογράφους, οι μισθοί των οποίων καλύπτονταν από μυστικά κονδύλια της Γενικής Διεύθυνσης Τύπου και Πληροφοριών (ΓΔΤΠ) και της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΚΥΠ). Οι αξιωματικοί που αποτελούσαν το μηχανισμό αυτό αξιοποίησαν αργότερα την εμπειρία τους επιβάλλοντας τη δικτατορία.[6]
Μέσα στο στρατό υπήρχε παράνομη οργάνωση αξιωματικών, με το όνομα ΙΔΕΑ, που είχε πρόγραμμα πραξικοπήματος. Μέσα στον ΙΔΕΑ, δρούσε ο αξιωματικός Γεώργιος Παπαδόπουλος, ως υφιστάμενος του στρατηγού Νάτσινα. Οι μηχανισμοί αυτοί, ενεργοποιήθηκαν, ή μάλλον πήραν την εντολή να ενεργοποιηθούν, από τον Τζον Μόρι, πράκτορα της CIA στην Αθήνα, κατ΄ αρχήν για την ανατροπή της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου, στη συνέχεια όμως με κύριο στόχο την επιβολή πραξικοπηματικής κυβέρνησης, αποτελούμενης μόνο από στρατιωτικούς.[εκκρεμεί παραπομπή]
Τον Ιούλιο του 1965 σημειώθηκε σοβαρό ρήγμα στις τάξεις του κυβερνώντος κόμματος Ένωση Κέντρου, γνωστό στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας με τον όρο Αποστασία του 1965 ή Ιουλιανά. Αφορμή υπήρξε η απόφαση του Γεωργίου Παπανδρέου να αντικαταστήσει τον Πέτρο Γαρουφαλιά από το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης και η άρνηση του τότε Βασιλιά Κωνσταντίνου Β΄ να υπογράψει το σχετικό διάταγμα, αν ο διάδοχος του Γαρουφαλιά δεν απολάμβανε της απόλυτης εμπιστοσύνης του.[7]
Ο Γ. Παπανδρέου αναγκάστηκε από τον Κωνσταντίνο να παραιτηθεί στις 15 Ιουλίου 1965. Από εκείνη την ημέρα και μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου του 1966, ο Κωνσταντίνος προσπάθησε να σχηματίσει κυβερνήσεις με τη συμμετοχή κατά διαστήματα 48 βουλευτών της παράταξης Ένωση Κέντρου (αποστατών) που εγκατέλειψαν τον Γεώργιο Παπανδρέου. Ο όρος "Αποστασία" προήλθε από τον χαρακτηρισμό αποστάτες που αποδόθηκε στους βουλευτές της Ένωσης Κέντρου που, υπό την προτροπή του επίσης βουλευτή της Ένωσης Κέντρου Κωνσταντίνου Μητσοτάκη,[7] πήραν μέρος ή έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης στις κυβερνήσεις της περιόδου αυτής. Ο Κωνσταντίνος αρχικά διόρισε πρωθυπουργό τον Γεώργιο Αθανασιάδη-Νόβα με υπουργούς αποστάτες βουλευτές την Ένωσης Κέντρου. Η νέα κυβέρνηση όμως δεν είχε πλειοψηφία στην Βουλή, οπότε σχηματίστηκε άλλη κυβέρνηση υπό τον Ηλία Τσιριμώκο. Όλη η περίοδος που ακολούθησε την αποπομπή της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου χαρακτηρίζεται γενικότερα ως περίοδος πολιτικής ανωμαλίας.[7]
Η σύγκρουση είχε και οικονομικά αίτια: Όταν η Ένωση Κέντρου ανήλθε στην εξουσία, ο Παπανδρέου είχε επιβάλει στον εκατομμυριούχο μεγαλοεπενδυτή Τομ Πάπας την επαναδιαπραγμάτευση των συμβάσεων για τα διυλιστήρια της ESSO (της σημερινής ΕΚΟ). "Ο Πάπας αντέδρασε και πίεζε την ελληνική κυβέρνηση, μέσω των διασυνδέσεων που είχε με την κυβέρνηση των ΗΠΑ, να σταματήσει τις "σοσιαλιστικές μεταρρυθμίσεις"... Τελικά το φθινόπωρο του 1964, η κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου υποχρέωσε τον Τομ Πάπας να υπογράψει νέα σύμβαση με την ESSO PAPAS, καταργώντας τα περισσότερα από τα μονοπώλια που είχε». Η CIA, η πολυεθνική Esso και το αφεντικό της δεν υποχώρησαν αλλά υπονόμευαν την κυβέρνηση Παπανδρέου, ενώ «... τη σχέση του με τη CIA παραδέχθηκε ο ίδιος ο Πάπας, σε συνέντευξη που έδωσε στο Φρέντυ Γερμανό».
Στο βιβλίο που έγραψε ο Μακάριος Δρουσιώτης, 1974, Το άγνωστο παρασκήνιο της τουρκικής εισβολής, Αλφάδι, Λευκωσία, 2002, σσ. 14-18 αναφέρει: «... ο Τομ Πάπας ήταν αυτός που συνέδραμε οικονομικά για την εξαγορά των βουλευτών που είχαν αποστατήσει από την Ένωση Κέντρου. Ο Λευτέρης Βόδενας συνεργάτης του τότε εκδότη των εφημερίδων "Μακεδονία" και "Θεσσαλονίκη" ο οποίος είχε ενεργό συμμετοχή στην ανατροπή του Παπανδρέου, αφηγείται στο βιβλίο του Χρίστου Χριστοδούλου "Ο εκδότης Ιωάννης Βελλίδης":
"... μια μέρα ανέβηκα στον 7ο όροφο της οδού Φιλελλήνων 1 και πήρα κάτι δέματα.... Τα πήρα από τα γραφεία της ESSΟ Πάπας που ήταν εκεί και τα κατέβασα στα γραφεία της "Μακεδονίας" που ήταν στο δεύτερο όροφο. Από κει πέρασαν κάποιοι βουλευτές και τα πήραν».

το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου

Στις 21 Απριλίου του 1967 και ενώ είχαν προκηρυχθεί εκλογές για τις 28 Μαΐου, αξιωματικοί του στρατού, υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Γεωργίου Παπαδόπουλου, και συμμετοχή του ταξίαρχου Στυλιανού Παττακού και του συνταγματάρχη Νικόλαου Μακαρέζου κατέλαβαν την εξουσία με πραξικόπημα.
Έχοντας εξασφαλίσει περίπου 100 τεθωρακισμένα στην περιοχή της πρωτεύουσας, οι πραξικοπηματίες κινήθηκαν τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου και κατέλαβαν αρχικά το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Στη συνέχεια έβαλαν σε εφαρμογή το σχέδιο έκτακτης ανάγκης του ΝΑΤΟ με κωδικό Σχέδιο Προμηθεύς, με αποτέλεσμα να κινητοποιηθούν όλες οι στρατιωτικές μονάδες της Αττικής. Το συγκεκριμένο σχέδιο προορίζονταν για την αναγκαστική ανάληψη εξουσίας από το στρατό με σκοπό την εξουδετέρωση κομμουνιστικής εξέγερσης, σε περίπτωση που εισέβαλλαν στην Ελλάδα δυνάμεις του Σοβιετικού Στρατού.[8] Ο έμπιστος του βασιλιά αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, στρατηγός Γ. Σπαντιδάκης, αντικαταστάθηκε από τον Οδυσσέα Αγγελή. Ο Αγγελής κάνοντας χρήση του νέου του αξιώματος έδωσε εντολή στο Γ' Σώμα Στρατού στη Θεσσαλονίκη να εφαρμόσει το Σχέδιο Προμηθεύς σε όλη τη χώρα.
Η μοναδική προσπάθεια για να αντιμετωπιστεί εγκαίρως το πραξικόπημα ήταν από την πλευρά κυρίως του υπουργού Δημόσιας Τάξης Γεωργίου Ράλλη ο οποίος προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον ταξίαρχο Ορέστη Βιδάλη για να κινητοποιήσει το Γ' Σώμα Στρατού (Θεσσαλονίκη). Δεν πρόλαβε, αφού το σχέδιο Προμηθεύς είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή με αποτέλεσμα ο ταξίαρχος Βιδάλης να αγνοήσει το σήμα του Ράλλη.[9]

Σχέσεις Χούντας-ΗΠΑ

Οι Η.Π.Α. εφάρμοσαν την τακτική της realpolitik ως προς τις σχέσεις τους με το νέο καθεστώς. Έτειναν να αποδέχονται ως τετελεσμένο γεγονός τη δικτατορία επικαλούμενοι διάφορα εκλογικευτικά επιχειρήματα: ο απλός κόσμος της ελληνικής υπαίθρου και των αστικών κέντρων δεν έρχόταν σε ευθεία ρήξη με το καθεστώς. Γενικά η απουσία κάποιου ισχυρού αντιπολιτευτικού κινήματος στο εσωτερικό, η εκ μέρους της οικονομικής ολιγαρχίας του τόπου, υποστήριξης του καθεστώτος και οι διακηρύξεις της Χούντας για την πρόωθηση μέτρων εκδημοκρατισμού λειτουργούσαν αποτρεπτικά για την Αμερικανική πλευρά. Το κλειδί για την κατανόηση της αμερικανικής στάσης «βρίσκεται στο γεγονός της φιλοατλαντικής στάσης της ηγεσίας της χούντας»[10] Απαιτούσε λεπτό χειρισμό η δημόσια στάση που θα εκδήλωναν οι Η.Π.Α. με δεδομένη την αντίδραση της φιλελεύθερης πτέρυγας των Δημοκρατικών. Αρχικά ο Ντιν Ράσκ απέτρεψε την έκφραση λύπης της Ουάσινγκτον για το πραξικόπημα. Στη συνέχεια άσκησε διακριτική πίεση για την ασφάλεια του Ανδρέα Παπανδρέου, δια μέσου του αμερικανού πρεσβευτή στην Αθήνα ασκήθηκε πίεση για την προώθηση όχι άμεσα μα το ταχύτερο δυνατόν ελευθεριών και, τέλος υιoθέτησε την πρόταση του Τάλμποτ να ανασταλεί η αποστολή βαρέων όπλων στο πλαίσιο του Military Assistance Program[11] Τον Ιούλιο του 1967 η Αμερικανική πλευρά και συγκεκριμένα ο Ντιν Ράσκ,ο Υπουργός των Εξωτερικών των Η.Π.Α., εισηγήθηκε την μερική άρση του αποκλεισμού αποστολής βαρέων όπλων, χωρίς να αρθεί πλήρως. Είχε προηγηθεί η συνεργασία του καθεστώτος στον Πόλεμο των Έξι Ημερών με το να επιτρέψει τη χρήση των αμερικανικών βάσεων στην Ελλάδα.[12] Όταν εκδηλώθηκε το κίνημα του βασιλιά Κωνσταντίνου οι Αμερικανοί κράτησαν ουδέτερη στάση, αν και σε επίπεδο κορυφής προσδοκούσαν στην επικράτηση του βασιλιά, με τις δικές του όμως δυνάμεις, και χωρίς τη δική τους βοήθεια. Η αποχώρησή του στο εξωτερικό δημιουργούσε στις Η.Π.Α. ένα ζήτημα: στερούνταν ένα βασικό επιχείρημα, λόγω της παρουσίας του για μη αναγνώριση του καθεστώτος. Τελικά, στις 23 Ιανουαρίου 1968 ο πρόεδρος Λίντον Τζόνσον έστειλε επιστολή στο καθεστώς της Αθήνας αποκαθιστώντας πλήρως τις μεταξύ τους σχέσεις.[13]

Το εκπαιδευτικό σύστημα

Η δικτατορία θα ακυρώσει την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964. Για τους Απριλιανούς η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που είχε προωθήσει η Ένωση Κέντρου ήταν μία από τις αιτίες της κακής κατάστασης της παιδείας και μια από τις πολλές αιτίες επιβολής της Δικτατορίας.[14] Εκτός από τις αναμενόμενες παρεμβάσεις στις οργανώσεις των εκπαιδευτικών και των φοιτητών και τις διώξεις τους, τα μέτρα «εξυγιάνσεως και αποκαταστάσεως ευρυθμίας» στα πανεπιστήμια, και τις τροποποιήσεις σε βιβλία και προγράμματα,η δικτατορία ανέτρεψε σχεδόν στο σύνολό τους όσα συνέθεταν την μεταρρύθμιση. Το μόνο που δεν ακυρώθηκε πλήρως ήταν η «δωρεάν παιδεία» και οι προσπάθειες για την ίδρυση νέων πανεπιστημίων.[15] Εδώ μάλιστα η δωρεάν διανομή διδακτικών συγγραμμάτων επεκτάθηκε και στην τρίτη βαθμίδα. Όπως σχολιάζει ο ιστορικός της εκπαίδευσης Αλέξης Δημαράς, «πέρα από το λαϊκίστικο χαρακτήρα του μέτρου, η κυβέρνηση εξασφάλιζε έτσι ουσιαστικότερο έλεγχο του περιεχομένου των πανεπιστημιακών συγγραμμάτων από εκείνον που ήδη πραγματοποιούσε με τη γενική λογοκρισία»[16] Ο Α.Ν.129/67 περί οργάνωσης και διοίκησης της γενικής εκπαίδευσης που προωθήθηκε το καλοκαίρι του 1967 , αποσκοπούσε στην άσκηση των μαθητών στα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη και τον φρονηματισμό των μαθητών όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης. Καταργούνταν όλα τα αιρετά μέλη όλων των εκπαιδευτικών συμβουλίων, ενώ συστήθηκε ως ανώτατο γνωμοδοτικό συμβούλιο το Ανώτατο Εκπαιδευτικό Συμβούλιο. Ρυθμιζόταν η ζωή διδασκόντων και διδασκομένων με την επαναφορά της καθαρεύουσας, των Παιδαγωγικών Ακαδημιών, πραγματοποιήθηκε η κατάργηση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και καθιερώθηκε η μετεκπαίδευση των εκπαιδευτικών από τα Διδασκαλεία της Δημοτικής και Μέσης Εκπαίδευσης.[17]
Στα μέσα του 1971 η κυβέρνηση προχώρησε στην επαναφορά παλαιότερων προσανατολισμών αναφορικά με την επαγγελματική εκπαίδευση, η οποία εκδηλώνεται με την ίδρυση των Κέντρων Ανωτέρας Τεχνικής Εκπαιδεύσεως (ΚΑΤΕ) και την επέκταση του τεχνικο-επαγγελματικού κλάδου του συστήματος. Η συγκρότηση, το 1971, δύο συμβουλευτικών επιτροπών για τα εκπαιδευτικά θέματα, με προφανή τεχνοκρατική διάθεση, «εκφράζει την ίδια τάση αποκλεισμού των ιδεολογικών προβληματισμών».[16]

Σχέσεις Πολιτείας-Εκκλησίας κατά τη διάρκεια της δικτατορίας

Το πραξικόπημα βρήκε την Εκκλησία σε κατάσταση κρίσης: ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β΄ ήταν ασθενής και υπέργηρος, η ιεραρχία ήταν διασπασμένη, υπήρχαν εκκρεμή ζητήματα όπως το μεταθετό των μητροπολιτών, οι κενές μητροπολιτικές θέσεις και η κάλυψή τους, το ζήτημα σύνταξης νέου Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας που θα αντικαθιστούσε εκείνον του 1943. Η πρόφαση για επέμβαση υπήρχε κι έτσι εκδόθηκε ο Α.Ν. 3/1967 στις 10 Μαΐου 1967 που συγκρότησε με συγκεκριμένη θητεία ‘’Ιερά Σύνοδο αριστίνδην’’.[18] Επρόκειτο για μια αντικανονική επέμβαση στα εσωτερικά της εκκλησίας διότι εθίγετο το επισκοποσυνοδικό πολίτευμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας.[19] Στη συνέχεια ο τότε αρχιεπίσκοπος απομακρύνθηκε αναγκαστικώς με την κατάργηση της διάταξης του Ν.Δ.4589/1966 η οποία εξαιρούσε από την αυτοδίκαιη αποχώρηση των μητροπολιτών, από τα καθήκοντά τους μετά τη συμπλήρωση του ογδοηκοστού έτους της ηλικίας τους τον εκάστοτε αρχιεπίσκοπο.[20] Τον διαδέχθηκε ο Αρχιμανδρίτης Ιερώνυμος Κοτσώνης μετά τη συγκρότηση τριπρόσωπου δελτίου και την επιλογή ενός από τα τρία από την Κυβέρνηση με το Β.Δ. 296/1967.[21] Στην πρώτη φάση της δικτατορίας άλλες παρεμβάσεις της Πολιτείας ήταν η με συντακτική πράξη απαγόρευση στους εκκλησιαστικούς λειτουργούς παντός ιερατικού βαθμού, της προσφυγής στο Συμβούλιο της Επικρατείας για διοικητικές πράξεις της δικτατορίας, η επιβολή «αντικανονικού και ανελεύθερου συστήματος απονομής εκκλησιαστικής δικαιοσύνης» κι ενός ιδιώνυμου εκκλησιαστικού αδικήματος: η απώλεια της έξωθεν καλής μαρτυρίας και η εξαιτίας αυτής αποχώρηση των κληρικών.[22] Με το Ν.Δ. 126/1969 θεσπίζεται νέος Καταστατικός Χάρτης. Κι ενώ διατηρείτο η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας και η Διαρκής Ιερά Σύνοδος, θεσπιζόταν κάτι καινούργιο ως προς τη συγκρότησή τους: καταργούνταν τα προβλεπόμενα από τον Πατριαρχικό τόμο του 1850 και την Πατριαρχική Πράξη του 1928 ‘’πρεσβεία’’ χειροτονίας και ίσου αριθμού μελών από τις ‘’παλαιές’’ και ‘’νέες’’ χώρες’’. Με τα συντάγματα του 1968 και 1973 δεν παρέκλιναν από τη συνήθη μορφή των συνταγματικών διατάξεων.[23] Η αλλαγή της ηγεσίας της δικτατορίας και η άνοδος του Ιωαννίδη δεν αφήνει ανεπηρέαστη και την Εκκλησία. Τους Φαίδωνα Γκιζίκη και Αδαμάντιο Ανδρουτσόπουλο ορκίζει ο μητροπολίτης Ιωαννίνων Σεραφείμ Τίκας , κάτι που έδειχνε πως «de facto έθετε σε αμφισβήτηση» [24] τον Αρχιεπίσκοπο η νέα ηγεσία του καθεστώτος. Μετά την παραίτηση του Ιερώνυμου, εκδίδεται η συντακτική πράξη 3 /1974, η οποία χαρακτήριζε αντικανονική την εκλογή του προηγούμενου αρχιεπισκόπου, και οριζόταν ο τρόπος εκλογής του νέου αρχιεπισκόπου. Από την εκλογική διαδικασία αποκλείονταν όσοι συνέπραξαν στην αντικανονική εκλογή του Ιερωνύμου και όσοι είχαν εκλεγεί την ίδια περίοδο. Κάθε πράξη που θα εκδιδόταν κατ’ εφαρμογή της προηγούμενης πράξης δεν μπορούσε να ακυρωθεί στο Συμβούλιο Επικρατείας. Από τριπρόσωπο δελτίο που εξέλεξαν εικοσιοκτώ μητροπολίτες, εξελέγη ο Σεραφείμ. Την ανάγκη αποκατάστασης της κανονικής τάξης που επεδίωκε η Συντακτική Πράξη 3 /1974, κλόνισε το Ν.Δ. 411/1974 με την ίδρυση οκτώ νέων μητροπόλεων που αποσπάσθηκαν από την Αρχιεπισκοπή Αθηνών και τις μητροπόλεις Αττικής και Θεσσαλονίκης , ενώ επετράπη η πλήρωση προνομιούχων Μητροπόλεων με μετάθεση.[25] Τέλος η καθιέρωση ενός νέου αδικήματος, της ‘’διατάραξης της ειρήνης και της ενότητας της Εκκλησίας’’ έπληξε καίρια την όλη προσπάθεια αποκαταστάσεως της κανονικής τάξης εντός της Εκκλησίας.

Το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και η Ελλαδική Εκκλησία κατά την Δικτατορία

Μετά από επίσημα και ανεπίσημα διαβήματα, δημοσιεύματα του ξένου Τύπου στηλιτευτικά των μέτρων της Δικτατορίας, στις 17 Νοεμβρίου του 1967 ο διευθυντής της Commission of the Churches on International Affairs, Dr. Frederick Nolde έστειλε επιστολή στον τότε Έλληνα πρωθυπουργό, με την οποία του ανέφερε πως Έλληνες μετανάστες εργάτες είχαν απειληθεί από όργανα του καθεστώτος, σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες της Διεθνούς Αμνηστίας. Στις αρχές του 1968 η Εκτελεστική Επιτροπή του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών, αφού έλαβε το παραπάνω υπόμνημα του Nolde, ζήτησε να επισκεφθεί και να συναντήσει στην Ελλάδα εκπροσώπους της Ελληνικής Κυβέρνησης και της Αρχιεπισκοπής. Ο τότε αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος όμως δεν έδωσε συνέχεια, και δεν διευκόλυνε την επίσκεψη του Γενικού Γραμματέα του Π.Σ.Ε, μια επίσκεψη με ιδιαίτερο συμβολισμό και διεθνή αντίκτυπο. Ο καθηγητής Νικόλαος Ζαχαρόπουλος αναφέρει ότι μετά από αρκετό χρονικό διάστημα ο Γ.Γ του Π.Σ.Ε. ήλθε στην Ελλάδα αεροπορικώς, αλλά οι Ελληνικές αρχές δεν του επέτρεψαν αρχικά την είσοδο στην χώρα. Μετά δύο ώρες του επετράπη.[26] Στις 4 με 20 Ιουλίου 1968 θα πραγματοποιείτο στην Ουψάλα της Σουηδίας η Δ΄ Γενική Συνέλευση του Π.Σ.Ε, η Ελλαδική Εκκλησία όμως αρνήθηκε να αποστείλει αντιπροσώπους λόγω των τεταμένων σχέσεων Ελλάδας και Σουηδίας την περίοδο εκείνη. Επίσης ο Ιερώνυμος επικαλέστηκε την ανάμιξη του ΠΣΕ στη σχεδίαση του νέου Συντάγματος της χώρας. Έτσι όμως, ο Ιερώνυμος γινόταν «φερέφωνο της Δικτατορίας»[27] Ο Ζαχαρόπουλος επισημαίνει πως η αποχή της Ελλαδικής Εκκλησίας από τις εργασίες της Συνέλευσης συνδεόταν και με τη θεματολογία της, που μεταξύ άλλων αφορούσε και την ‘’κοινωνική και πολιτική δικαιοσύνη’, κάτι που θα δυσχέραινε την Ελληνική αντιπροσωπεία.[28] Επίσης ο Ιερώνυμος αρνήθηκε να παραλάβει οικονομική βοήθεια που το Π.Σ.Ε. έστελνε για τους σεισμόπληκτους των Ιονίων νήσων, γιατί θα υποχρεωνόταν να ευχαριστήσει έναν οργανισμό που ασκούσε κριτική στη Δικτατορία. Στα τέλη του 1968 ο Γ.Γ. του Π.Σ.Ε., μετά από έκκληση της ‘’οικουμενικής ομάδας’’ της πόλης Κρίφτελ της Δυτ. Γερμανίας, έστειλε προσωπικό και ανεπίσημο διάβημα προς τον Ιερώνυμο, με το οποίο τον καλούσε να παρέμβει με σκοπό την αποτροπή των θανατικών εκτελέσεων των Βερυβάκη και Παναγούλη. Ο Ιερώνυμος απάντησε χαρακτηρίζοντας την επιστολή αυτή, ‘’παρέμβαση στα πολιτικά πράγματα της χώρας’’ και ‘’επέμβαση υπέρ δολοφόνων’’.[29]

Η αποπομπή από την Ευρώπη

Η εσωστρέφεια της πολιτικής ζωής τα χρόνια που προηγήθηκαν της δικτατορίας είχε ωθήσει στο περιθώριο όλα τα ζητήματα που σχετίζονταν με τη Συμφωνία Σύνδεσης Ελλάδος-ΕΟΚ, η οποία προέβλεπε τη μεθοδευμένη και σταδιακή ενσωμάτωση της ελληνικής οικονομίας στην ευρωπαϊκή και απαιτούσε δραστικές προσαρμογές σε διοικητικούς μηχανισμούς, οικονομικούς θεσμούς και δομές της χώρας. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας μόνο οι υποχρεώσεις που είχαν σχέση με το μέρος της Συμφωνίας που αφορούσε την τελωνειακή ένωση εφαρμόστηκαν. Η Ελλάδα και η Κοινότητα προσκολλήθηκαν στα συμφωνημένα χρονοδιαγράμματα για την εξάλειψη των δασμών. Όλοι οι άλλοι όροι, όπως αγροτικοί εναρμόνιση, και οικονομική βοήθεια, είχαν «παγώσει». Αυτή η επιλεκτική εφαρμογή της Συμφωνίας Σύνδεσης άλλαξε κατά έναν τρόπο την ισορροπία των μειονεκτημάτων και πλεονεκτημάτων υπέρ της Κοινότητας. Με τη δικτατορία, οι σχέσεις της Ελλάδος και της Ευρώπης περιήλθαν σε μια κατάσταση, όπως την αποκαλεί ο καθηγητής Πάνος Καζάκος, ελεγχόμενης κρίσης.[30]
Υπό την πίεση κυρίως των σκανδιναβικών κυβερνήσεων -η πρωτοβουλία είχε δρομολογηθεί από τις αρχές του 1969 από τον Ολλανδό αντιπρόσωπο Μαξ Βαν Ντερ Στουλ[31] - η Ελλάδα αποχώρησε από το Συμβούλιο της Ευρώπης τον Δεκέμβριο του 1969 για να προλάβει καταδίκη της για καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το κίνημα του Ναυτικού

Κύριο λήμμα: Κίνημα του Ναυτικού
Η αλλαγή του καθεστώτος έφερε ανησυχία στο Πολεμικό Ναυτικό, στις τάξεις του οποίου δεν υπήρχαν οργανωμένοι πυρήνες των πραξικοπηματιών. Η πρώτη αντίδραση του Ναυτικού ήταν να στηρίξουν το Αντικίνημα του Βασιλιά, δηλαδή τον φυσικό τους αρχηγό, στις 13 Δεκεμβρίου του 1967. Ακολούθησαν και άλλες δύο απόπειρες απαγωγής του Παπαδόπουλου, οι οποίες όμως απέτυχαν εξαιτίας εξωγενών παραγόντων.[εκκρεμεί παραπομπή]
Από το 1969 άρχισε η προετοιμασία και η οργάνωση του κινήματος με κύριο πυρήνα την τάξη του 1948. Η οργάνωση εκτός από αξιωματικούς του Ναυτικού μύησε και μερικούς αξιωματικούς της Αεροπορίας αλλά και του Στρατού. Σκοπός του κινήματος ήταν η εξέγερση του λαού η οποία θα οδηγούσε στην απαλλαγή από τη Χούντα.
Την άνοιξη του 1973 όλα ήταν έτοιμα. Το κίνημα θα εκδηλωνόταν στις πρώτες ώρες της 23ης Μαΐου. Τις βραδινές ώρες της 21ης Μαΐου υπήρξαν οι πρώτες ενδείξεις ότι το κίνημα είχε προδοθεί. Οι κυβερνήτες των πλοίων δίσταζαν να αποπλεύσουν, ακολουθώντας το σχέδιο (το οποίο ήταν περίπου γνωστό στη Χούντα). Στις 23 Μαΐου οι αξιωματικοί τίθενται υπό περιορισμό, ενώ οι πρώτες συλλήψεις δεν αργούν να γίνουν. Στις 25 Μαΐου το πολεμικό πλοίο "Βέλος" πήρε την απόφαση να αποχωρήσει από την άσκηση του Ν.Α.Τ.Ο. και να καταπλεύσει στο Φιουμιτσίνο της Ιταλίας, όπου ζήτησε και πολιτικό άσυλο.
Το Κίνημα του Ναυτικού, η σημαντικότερη ίσως αντίσταση μέχρι τότε, οργανώθηκε με σκοπό μόνο την απελευθέρωση του κράτους και όχι μιας απλής αντικατάστασης των δικτατόρων. Ουσιαστικά εξέφραζε τον λαό, αφού ήταν μια επανάσταση του στόλου και δεν ήταν καθοδηγούμενη από κανένα πολιτικό πρόσωπο ή συμφέρον.
Το σημαντικότερο αποτέλεσμα ήταν η ανανέωση της αντίστασης, αφού από το 1971 η Χούντα είχε δώσει την αίσθηση ότι είχε εδραιωθεί και ότι όλες οι ένοπλες δυνάμεις ήταν με το μέρος της. Αυτός όμως ο μύθος καταρρίφθηκε με την εκδήλωση του κινήματος.

Τα γεγονότα του Πολυτεχνείου

Την χρονική περίοδο 1967-1972 η Χούντα με συντονισμένα χτυπήματα είχε καταφέρει να καταστήσει ανίκανους τους φοιτητές να αντιδράσουν μπροστά στις αυθαιρεσίες του κράτους[εκκρεμεί παραπομπή].
Στις αρχές όμως του 1973, το χάσμα μεταξύ κράτους και φοιτητών μεγάλωνε. Η Χούντα των Συνταγματαρχών, στην προσπάθειά της να περιορίσει τους φοιτητές, έβαλε σε εφαρμογή το διάταγμα 1347 για τις επιστρατεύσεις. Η φοιτητική ανησυχία άρχισε να μεγαλώνει με αποτέλεσμα το Φεβρουάριο του 1973 να γίνει η πρώτη κατάληψη της Νομικής ενώ στις 14 Μαρτίου ακολούθησε και δεύτερη. Σημαντικό ρόλο στην κλιμάκωση της κατάστασης είχε και το μνημόσυνο του "Γέρου της Δημοκρατίας", Γεωργίου Παπανδρέου. Όλα έδειχναν ότι κάτι θα συνέβαινε.

14 Νοεμβρίου 1973

Εκατοντάδες φοιτητές είχαν συγκεντρωθεί από το πρωί στο κτήριο της Νομικής Σχολής και ετοιμάζονταν να κάνουν συνέλευση. Στο τέλος της συνέλευσης πραγματοποίησαν πορεία στην οδό Σόλωνος και Πατησίων. Το απόγευμα και ενώ οι φοιτητές είχαν παραμείνει στο Πολυτεχνείο, ο αστυνομικός διευθυντής Δασκαλόπουλος και ο εισαγγελέας Σαμήτας διέταξαν τους φοιτητές να διαλυθούν. Οι φοιτητές βρέθηκαν σε δίλημμα. Δημιουργήθηκε συντονιστική επιτροπή η οποία και αποφάσισε, στις 8:30 μ.μ., την κατάληψη του Πολυτεχνείου.

15 Νοεμβρίου 1973

Από τις πρώτες πρωινές ώρες φάνηκε η στήριξη των πολιτών προς τους φοιτητές, με τρόφιμα, γραφική ύλη και φάρμακα.. Το βράδυ μπήκε σε λειτουργία για πρώτη φορά ο σταθμός των "Ελεύθερων Πολιορκημένων".[32]

16 Νοεμβρίου 1973

Ο κόσμος παρέμεινε στο πλευρό των φοιτητών ενώ οδοφράγματα άρχισαν να στήνονται στους δρόμους. Οι αστυνομικοί και τα τανκ (τεθωρακισμένα) άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους. Οι πρώτες συγκρούσεις με την αστυνομία δεν άργησαν να γίνουν ενώ στις 7 μ.μ. ανακοινώθηκε και ο πρώτος νεκρός των συγκρούσεων.

17 Νοεμβρίου 1973

Τα μεσάνυχτα και ενώ οι φοιτητές επέμεναν στην κατάληψη του Πολυτεχνείου, έκαναν την εμφάνιση τους τα πρώτα τανκ. Ο κόσμος είχε διαλυθεί βίαια ενώ ο καπνός από τα δακρυγόνα έκανε την ατμόσφαιρα αποπνικτική. Στη 1:30 μ.μ. ο επικεφαλής του τάγματος του στρατού έδωσε διορία να εγκαταλείψουν το κτήριο. Οι φοιτητές αρνήθηκαν και παρέμειναν φωνάζοντας συνθήματα όπως "Κάτω η Χούντα και οι Αμερικάνοι". Στις 2:50 π.μ. ο επικεφαλής διέταξε το τανκ να γκρεμίσει την πύλη του Πολυτεχνείου.[33][34] Ταυτόχρονα εισέβαλλαν άντρες των ΛΟΚ στο χώρο του Πολυτεχνείου χτυπώντας όποιον έβρισκαν. Ο στρατός υποσχέθηκε ελεύθερη δίοδο και άφησε πραγματικά τον κόσμο να φύγει τουλάχιστον από την πύλη της Στουρνάρη με κατεύθυνση πλατεία Εξαρχείων, αν και η αστυνομία περίμενε πιο πάνω στα στενά για να δείρει ή/και να συλλάβει όσους μπορούσε.[33] Μέσα σε λίγη ώρα το κτήριο είχε αδειάσει.

Το τέλος της Χούντας

Κύριο λήμμα: Μεταπολίτευση
Η περίοδος της δικτατορίας δημοσιογραφικά φέρεται να τελείωσε όταν η Χούντα του Ιωαννίδη "κατέρρευσε" στις 24 Ιουλίου του 1974 κάτω από το βάρος της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, παρόλο που η στρατιωτική ηγεσία παρέμεινε στη θέση της σχεδόν μέχρι το τέλος του έτους. Η εισβολή στην Κύπρο ξεκίνησε τέσσερις ημέρες νωρίτερα (στις 20 Ιουλίου 1974) και αποτέλεσε παράβαση του καταστατικού χάρτη του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και της Συνθήκης Εγγυήσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι γνωστή με την ονομασία Αττίλας Ι που όμως είχε επέλθει κατάπαυση πυρός. Η Χούντα, που είχε την ευθύνη για την προάσπιση του νησιού, δεν αντέδρασε όπως θα έπρεπε, παραπλανημένη από τις διαβεβαιώσεις των Αμερικανών με αποτέλεσμα στην κατάληψη του 4% των εδαφών του νησιού.
Την 24η Ιουλίου έφθασε στην Αθήνα ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με το προεδρικό αεροπλάνο της γαλλικής Προεδρίας, το οποίο έθεσε στη διάθεση του ο Γάλλος πρόεδρος Βαλερί Ζισκάρ ντ' Εσταίν. Το βόρειο τμήμα της Κύπρου (36,4% του εδάφους της) που μέχρι σήμερα βρίσκεται υπό τουρκική κατοχή, καταλήφθηκε με τον Αττίλα ΙΙ ο οποίος ξεκίνησε στις 14 Αυγούστου του 1974, δηλαδή 20 ημέρες μετά, αφότου είχε αναλάβει η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας και που ολοκληρώθηκε πέντε ημέρες αργότερα. Οι πραξικοπηματίες αφού τιμήθηκαν προαχθέντες όπως π.χ. ο Δ. Ιωαννίδης που προήχθη σε υποστράτηγο, από τον υπουργό Ε. Αβέρωφ, αργότερα συνελήφθησαν και παραπέμφθηκαν σε δίκη για τη δράση τους στην Εξέγερση του Πολυτεχνείου.
Σημειώνεται ότι η ένοπλη κατάληψη της εξουσίας στις 21 Απριλίου και η περίοδος μέχρι και τις 24 Ιουλίου 1973 χαρακτηρίστηκε "στιγμιαίο αδίκημα. Επίσης δεν ασκήθηκε δίωξη για την απόπειρα κατά της ζωής του Μακαρίου και το πραξικόπημα που ακολούθησε στην Κύπρο, με συμμετοχή Ελλήνων αξιωματικών που οδήγησαν τη Χώρα σε κίνδυνο πολέμου, αλλά ούτε και ανοίχθηκε μέχρι σήμερα (2013) ο περιβόητος "Φάκελλος της Κύπρου", παρά τις πολιτικές βαρύγδουπες και πομπώδεις υποσχέσεις που δόθηκαν στον ελληνικό "κυρίαρχο λαό".

Δίκες της Χούντας


Σκάνδαλα και διαφθορά

Η επταετία της Χούντας σημαδεύτηκε από σκάνδαλα και πολλές περιπτώσεις χρηματισμού και ευνοιοκρατίας. Τα πιο γνωστά είναι το σκάνδαλο με τα λεγόμενα θαλασσοδάνεια του συνταγματάρχη Ιωάννη Λαδά[35] που έμεινε κοροϊδευτικά στην ιστορία ως ο κύριος καθαρά χέρια, το σκάνδαλο με τα σάπια κρέατα του συνταγματάρχη Μπαλόπουλου[36] και οι τεράστιες χρηματικές δαπάνες για τα κοσμικά πάρτι και την πολυτελή ζωή του αντισυνταγματάρχη (ο Παπαδόπουλος τον έκανε υποστράτηγο) Μιχάλη Ρουφογάλη, που του είχε ανατεθεί η διεύθυνση της ΚΥΠ, δηλαδή του εθνικά κρίσιμου τομέα των μυστικών υπηρεσιών, ο οποίος επίσης εξασφάλιζε τη χορήγηση δανείων σε υποστηρικτές της χούντας, επιβαρύνοντας τις ελληνικές δημόσιες τράπεζες.[37] Η ευνοιοκρατία και το ρουσφέτι επί χούντας γιγαντώθηκαν: ο Μακαρέζος διόρισε τον κουνιάδο του Αλέξανδρο Ματθαίου Υπουργό Γεωργίας, ο Λαδάς έκανε τον ένα ξάδερφό του στρατηγό και διοικητή της ΑΣΔΕΝ και έναν άλλο ξάδερφό του Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, και ο γαμπρός του Παττακού Ανδρέας Μεϊντάσης έγινε βαθύπλουτος παίρνοντας χαριστικά δουλειές από το Δήμο Αθηναίων. Ο στρατηγός Βασίλης Καρδαμάκης διορίστηκε διοικητής της ΔΕΗ και ο στρατηγός Αλέξανδρος Νάτσινας (πρώην αρχηγός ΚΥΠ με τεράστιες ευθύνες για το σχέδιο ΠΕΡΙΚΛΗΣ και το παρακράτος) διορίστηκε Πρόεδρος στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.[38]

Χρονολόγιο

1967

1968

  • 23 Ιανουαρίου: Οι ΗΠΑ δια του πρέσβη τους στην Αθήνα Φίλιπ Τάλμποτ, κάνοντας δημόσια δήλωση "...νόμιμο το στρατιωτικό καθεστώς στην Ελλάδα", ουσιαστικά είναι η πρώτη χώρα που αναγνωρίζει το καθεστώς μετά την αποτυχία του βασιλικού πραξικοπήματος.
  • 27 Ιανουαρίου: Τέσσερις ημέρες μετά τη δήλωση του Τάλμποτ, ο Άγγλος πρέσβης στην Αθήνα Μάικλ Στιούαρτ δήλωσε: "...Ναι, είναι αναγνώρισις, δεδομένου ότι η παρούσα ελληνική κυβέρνησις πληροί όλες τις προϋποθέσεις τις οποίες απαιτεί η κυβέρνησίς μου προκειμένου να αναγνωρίσει ξένες κυβερνήσεις. Δηλαδή ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο στην χώρα.". Καθιστάμενη έτσι η Αγγλία η 2η χώρα που αναγνώρισε το καθεστώς της Αθήνας όπως αυτό είχε διαμορφωθεί. Των δηλώσεων αυτών ακολούθησαν στη συνέχεια παρόμοιες αναγνωρίσεις και από άλλες χώρες όπως από Αυστραλία, Νότια Αφρική, Πορτογαλία, Εθνικιστική Κίνα, Ιταλία και Καναδά μέχρι και τη "λαϊκή δημοκρατία της Σοβιετικής Ένωσης".
  • 2 Μαΐου: Η Ακαδημία Αθηνών τιμά με πανηγυρική συνεδρία και ορίζει την "21 Απριλίου 1967" εθνική επέτειο της Ελλάδος. Ο πρόεδρος της Ακαδημίας Ερρίκος Σκάσσης τόνιζε στον πανηγυρικό του λόγο για την 21η Απριλίου: «Η ημέρα αύτη αποτελεί ασφαλώς ορόσημον εις την ιστορίαν της Νεωτέρας Ελλάδος. Αι προσπάθειαι της Εθνικής Κυβερνήσεως εις πλείστους τομείς έσχον αξιόλογα και εν πολλοίς σωτήρια αποτελέσματα, ώς της Παιδείας με την αποσόβησιν του κινδύνου ανεπανορθώτου εξανδραποδισμού της Ελληνικής νεότητος. Η Ακαδημία Αθηνών εύχεται εις τάς αόκνους προσπαθείας της επαναστάσεως της 21ης Απριλίου και της ενσαρκούσης το πνεύμα ταύτης Κυβερνήσεως καλήν μέχρι τέλους επιτυχίαν εις τους σκοπούς αυτής επ’ αγαθώ του Έθνους και του λαού».
  • 13 Αυγούστου: Ο Αλέκος Παναγούλης αποπειράται να δολοφονήσει τον δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλο στη παραλιακή λεωφόρο Βάρκιζας - Λαγονήσι. Ακολούθησε η σύλληψή του και της ομάδας του.

1969

  • 24 Απριλίου: Η Ακαδημία Αθηνών τιμά με πανηγυρική συνεδρία για δεύτερη χρονιά την "21 Απριλίου 1967"

1970

  • 29 Ιανουαρίου: Δίκη μελών της παράνομης οργάνωσης "Λαϊκή Πάλη". Καταδικάζονται τέσσερις σε ισόβια και πέντε σε φυλάκιση μέχρι 18 χρόνια.
  • 3 Φεβρουαρίου: Η ΕΟΚ διακόπτει τις διαπραγματεύσεις για την ένταξη της Ελλάδας μέχρι ν΄ αποκατασταθεί η Δημοκρατία στη χώρα.
  • 8 Μαρτίου: Σημειώνεται αποτυχημένη δολοφονική απόπειρα κατά του Κύπριου Προέδρου αρχιεπισκόπου Μακαρίου, καθώς απογειώνεται με ελικόπτερο από το Μέγαρο της Αρχιεπισκοπής για να μεταβεί στη Μονή Μαχαιρά, για το ετήσιο μνημόσυνο του ήρωα Γρηγόρη Αυξεντίου. Οργανωτές της απόπειρας φέρονται ο Κύπριος Πολύκαρπος Γεωρκάτζης και ο εξ Ελλάδος απεσταλμένος της Χούντας συνταγματάρχης Δ. Παπαποστόλου.
  • 15 Μαρτίου: Δολοφονείται ο Π. Γεωρκάτζης από Έλληνα Διοικητή Καταδρομών σε ερημική περιοχή έξω από τη Λευκωσία.
  • 12 Απριλίου: Μεγάλη δίκη της "Δημοκρατικής Άμυνας". Ο Καθηγητής Σάκης Καράγιωργας καταδικάζεται σε ισόβια ενώ 17 ακόμα άτομα καταδικάζονται σε ποινές φυλάκισης από 5 μέχρι 20 χρόνια.
  • 3 Μαΐου: Η Ακαδημία Αθηνών τιμά με πανηγυρική συνεδρία για τρίτη χρονιά την "21 Απριλίου 1967".
  • 6 Ιουλίου: Μεγάλη δίκη 35 μελών του ΚΚΕ. Καταδικάζονται 3 σε ισόβια και πολλοί άλλοι σε ποινές φυλάκισης από 5 μέχρι 20 χρόνια.
  • 10 Ιουλίου: Δίκη μελών της οργάνωσης "Ρήγας Φεραίος". Καταδικάζονται 4 μέλη με ποινές φυλάκισης από 4 μέχρι 12 χρόνια.
  • 11 Ιουλίου: Καταδικάζονται 5 μέλη του "ΠΑΜ" σε ποινές φυλάκισης από 5 μέχρι 20 χρόνια.
  • 2 Σεπτεμβρίου: Απόπειρα επίθεσης στην Αμερικανική Πρεσβεία. Ο Κύπριος Γ. Τσικουρής και η Ιταλίδα Ελ-Μ Ατζελόνι βρίσκουν τον θάνατο κατά την επιχείρησή τους να πλήξουν την Πεσβεία όταν το αυτοκίνητο βόμβα που επέβαιναν εξερράγη.
  • 18 Σεπτεμβρίου: Γένοβα: Ο Έλληνας φοιτητής Κώστας Γεωργάκης αυτοπυρπολείται στην κεντρική πλατεία της πόλης διαμαρτυρόμενος για τη Δικτατορία στην Ελλάδα.
  • 19 Σεπτεμβρίου: Πεθαίνει σε νοσοκομείο της Γένοβα ο Έλληνας φοιτητής Κώστας Γεωργάκης.

1971

  • 28 Ιανουαρίου: Η Ελλάδα διαγράφεται από την Ευρωπαϊκή Βουλή της ΕΟΚ.
  • 15 Μαρτίου: Δίκη μελών της οργάνωσης "Ελληνικός Απελευθερωτικός Στρατός". Καταδικάζονται 4 μέλη σε ποινές φυλάκισης από 5 μέχρι 20 χρόνια.
  • 5 Απριλίου: Αθήνα: Ο στρατηγός Γ. Γρίβας, ο δημιουργός της ΕΟΚΑ, σε μεγάλη συγκέντρωση που πραγματοποιεί ενόψει της αποστολής - επανόδου του στην Κύπρο προδιαγράφει τους στόχους του καταγγέλοντας τις συνθήκες Ζυρίχης - Λονδίνου και τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο ως ανθενωτικό, κηρύσσοντας νέο αγώνα για την Ένωση.
  • 28 Απριλίου: Η Ακαδημία Αθηνών σε πανηγυρική συνεδρίαση τιμά για τέταρτη χρονιά την "21η Απριλίου 1967".
  • 19 Ιουνίου: Ο δικτάτορας Γ. Παπαδόπουλος με επιστολή του προς τον Μακάριο απαιτεί την αποδοχή δικό του σχεδίου ειρήνευσης απειλώντας ενάντια μέτρα σε μη συμμόρφωσή.
  • 24 Ιουνίου: Ο Πρόεδρος Μακάριος απαντά στον Γ. Παπαδόπουλο: "Απαράδεκτες απειλές, καταλήγοντας, δεν πρόκειται να δεχθώ "νόθες λύσεις" επί του Κυπριακού.
  • 20 Ιουλίου: Το υπουργείο Εξωτερικών αφαιρεί την ελληνική ιθαγένεια από την εκδότρια της "Καθημερινής" Ελένη Βλάχου.
  • 29 Αυγούστου: Ο στρατηγός Γ. Διγενής, "διαφεύγοντας της φρουράς του", αναχωρεί για Κύπρο στην οποία και αποβιβάζεται δύο ημέρες αργότερα στη δυτική παραλία της Λεμεσού, όπου και ιδρύεται η ΕΟΚΑ Β'.
  • 22 Σεπτεμβρίου: Η πάνδημη κηδεία του ποιητή Γ. Σεφέρη μετατρέπεται σε διαδήλωση κατά της Χούντας.
  • 15 Οκτωβρίου: Η εφημερίδα "Νew Υork Τimes" δημοσιεύει άρθρο της αυτοεξόριστης Ελένης Βλάχου με τίτλο "Σε καθεστώς αναμονής παραμένει η μούσα της τραγωδίας Μελπομένη". Το άρθρο αυτό έλαβε εκρηκτική διάσταση συνδυαζόμενο με τη δωρεά μικρού μπρούτζινου αγάλματος της Μούσας Μελπομένης που είχε γίνει από τον Έλληνα διπλωμάτη Αλέξανδρο Μάτσα το 1865 εκ μέρους του Βασιλείου της Ελλάδος προς το αμερικανικό έθνος και που βρισκόταν στην είσοδο του αμερικανικού Κογκρέσου.
  • 16 Οκτωβρίου: Τριήμερη επίσημη επίσκεψη πραγματοποιεί στην Ελλάδα ο ελληνικής καταγωγής αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, επί προεδρίας Νίξον, Σπύρος Άγκνιου, συνοδευόμενος από τη σύζυγό του και τις δύο κόρες του, κατά την επιστροφή του από Περσία μέσω Άγκυρας. Πέρα του επίσημου πρωτοκόλλου ο αντιπρόεδρος επισκέφθηκε την Ακρόπολη, το Σούνιο, τη Ρόδο καθώς και την πατρίδα του πατέρα του τους Γαργαλιάνους όπου και του επιφυλάχθηκε παλλαϊκή υποδοχή. Την επίσκεψη αυτή χαρακτήρισε ο Αμερικανός δημοσιογράφος Σάιρους Σουλτσμπέργκερ ως την "ποιο άχρηστη επίσκεψη του αντιπροέδρου". Παράλληλα των παραπάνω συνελήφθη ο απόστρατος αντισμήναρχος Τάσος Μήνης κατηγορούμενος για την τοποθέτηση βομβών που εξερράγησαν γύρω από την περιοχή του Ελληνικού σε οχήματα Αμερικανών αξιωματούχων της αμερικανικής βάσης, όπου αφού κρατήθηκε 111 ημέρες σε απομόνωση καταδικάστηκε σε πολυετή φυλάκιση.
  • 18 Οκτωβρίου: Ο Μακάριος καταγγέλλει τα σχέδια του Γρίβα, για παράνομη είσοδο στην Κύπρο και ίδρυση παράνομης οργάνωσης (ΕΟΚΑ Β').
  • 8 Νοεμβρίου: Καταδικάζεται από το καθεστώς σε φυλάκιση 7 μηνών ο Γιάννης Χορν, εκδότης της αγγλόφωνης εφημερίδας "Athens News".
  • 19 Δεκεμβρίου: Το καθεστώς ανακοινώνει την άρση του στρατιωτικού νόμου σε όλη την επικράτεια από την 1η Ιανουαρίου του 1972 εκτός από Αθήνα, Πειραιά και Θεσσαλονίκη.

1972

  • 1 Ιανουαρίου: Άρση του στρατιωτικού νόμου σε όλη την επικράτεια εκτός από Αθήνα, Πειραιά και Θεσσαλονίκη.
  • 21 Ιανουαρίου: Ξεκινά η πρώτη δίκη μελών της παράνομης οργάνωσης "ΠΑΚ" που συνεχίζεται και την επομένη.
  • 22 Ιανουαρίου: Ολοκληρώνεται η πρώτη δίκη μελών ΠΑΚ όπου και καταδικάζονται επτά μέλη σε ποινή φυλάκισης μέχρι 9 χρόνια.
  • 27 Ιανουαρίου: Την Ελλάδα της χούντας, αναγνωρίζοντας η Γαλλία, επισκέπτεται επίσημα ο Γάλλος υφυπουργός Εξωτερικών Ζαν ντε Λιποφσκί κάνοντας την ακόλουθη δήλωση: "Η Γαλλία και η Ελλάδα έχουν διαφορετικές αντιλήψεις ως προς την Δημοκρατία. Τούτο όμως δεν έχει καμία σημασία, διότι κάθε κράτος είναι ελεύθερο να έχει οιανδήποτε προτίμηση ως προς τη μορφή της διακυβέρνησής του. Η γαλλική κυβέρνηση έχει υιοθετήσει την αρχή της μη ανάμιξης εις τα εσωτερικά των άλλων χωρών". Ακολούθησαν πολλές επίσημες επαφές για έργα και προμήθειες.
  • 27 Μαρτίου: Υπό την πίεση του τότε απότακτου ταγματάρχη Γ. Καρούσου συναντώνται ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος με τον στρατηγό Γ. Γρίβα και συμφωνούν για κοινή δράση. Παρά ταύτα λίγο μετά ο Μακάριος εξαπολύει διώξεις, φυλακίσεις και βασανισμούς κατά μελών ΕΟΚΑ Β' που θα οδηγήσουν τελικά στον όλεθρο.
  • 21 Απριλίου: Κατά την επέτειο του πραξικοπήματος εκδηλώνεται καθιστική διαδήλωση από 100 φοιτητές, όπου και ακολούθησαν συλλήψεις.
  • 28 Απριλίου: Η Ακαδημία Αθηνών σε πανηγυρική συνεδρίαση τιμά για πέμπτη χρονιά την "21η Απριλίου 1967".
  • 4 Μαΐου: Καταδικάζεται ο Μήτσος Παρτσαλίδης, (πρώην γραμματέας του ΚΚΕ), σε ισόβια για τη δράση του στον εμφύλιο, πριν 25ετία.
  • 11 Μαΐου: Η "εν Αθήναις" οργάνωση Κυπρίων φοιτητών ΟΕΦΕΚ (Ομοσπονδία Εθνικών Φοιτητικών Ενώσεων Κύπρου) καταγγέλλοντας το καθεστώς για παραβίαση ακαδημαϊκών ελευθεριών προβαίνει στην ακόλουθη ανακοίνωση: "Ημείς οι Κύπριοι φοιτηταί αξιούμεν την άμεσον διεξαγωγήν εκλογών. Αναλαμβάνομεν τον ανένδοτον αγώνα για την αποκατάστασιν των ακαδημαϊκών ελευθεριών. Εις τον δημοκρατικόν και φιλελεύθερον τούτον αγώνα μας έχομεν συμπαραστάτες τόσον τον φοιτητικόν κόσμον της Ελλάδος, όσο και του εξωτερικού". Η ανακοίνωση αυτή θεωρείται η απαρχή του αντιδικτατορικού φοιτητικού αγώνα.
  • 13 Μαΐου: Το καθεστώς της Αθήνας απελαύνει 6 Κυπρίους φοιτητές κεντρικά μέλη της ΟΕΦΕΚ.
  • 22 Μαΐου: Με απόφαση Πρωτοδικείου Αθηνών διαλύεται η "Εταιρεία Μελετών Ελληνικών Προβλημάτων" καθώς και η "Ελληνοευρωπαϊκή Κίνηση Νέων".
  • 4 Ιουλίου: Ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Ουΐλιαμ Ρότζερ επισκέπτεται την Αθήνα και συναντάται με τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο. Η συνάντηση αυτή προβλήθηκε ιδιαίτερα. Ο τέως πρωθυπουργός Π. Κανελλόπουλος επικρίνοντας την επίσκεψη αυτή δηλώνει: "Ζητούμε να παύση η Ουάσιγκτον να παρεμβαίνη εις τας εσωτερικάς υποθέσεις της Ελλάδος, υποστηρίζουσα και ενισχύουσα ένα καθεστώς που επεβλήθη και διατηρείται εις την εξουσίαν με την παραβίασιν των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (...). Εξ αιτίας της πολιτικής της Ουάσιγκτον των τελευταίων ετών αποξενώνονται αι νέαι γενεαί γενικώτερον από το αμερικανικό έθνος, με επικινδύνους συνεπείας εξίσου δια την Ελλάδα και δια τας ΗΠΑ".
  • 3 Αυγούστου: Αρχίζει η δίκη μελών της παράνομης οργάνωσης "20 Οχτώβρη" όπου και καταδικάζονται 2 μέλη με ποινές φυλάκισης 1,5 και 3,5 χρόνια.
  • 25 Σεπτεμβρίου: Την Ελλάδα της χούντας, αναγνωρίζοντας η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επισκέπτεται επίσημα ο υφυπουργός Εξωτερικών Πάουλ Φρανκ γενόμενος δεκτός από τον Γ. Παπαδόπουλο, τους αντιπροέδρους της κυβέρνησης και τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών.
  • 29 Σεπτεμβρίου: Ο Πρόεδρος της Κύπρου Μακάριος καταγγέλλει δημόσια τον στρατηγό Γρίβα ότι οργανώνει και εξοπλίζει παράνομες ομάδες που στοχεύουν την ανατροπή του.
  • 18 Οκτωβρίου: Καταδικάζονται 4 μέλη της οργάνωσης "20 Οχτώβρη" σε φυλάκιση από 6 μέχρι 17 χρόνια. Στην ίδια δίκη καταδικάστηκαν και 4 Γερμανοί πολίτες ως συστασιώτες σε φυλάκιση από 6 μέχρι 18 μήνες. Την ίδια ημέρα φθάνει στην Αθήνα ο Πατριάρχης Μόσχας και πάσης Ρωσίας Ποιμήν για διήμερη επίσημη επίσκεψη γενόμενος δεκτός από τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, όπου και τον παρασημοφόρησε σε πανηγυρική τελετή της Ιεράς Συνόδου καθώς και από τον Γ. Παπαδόπουλο.
  • 31 Οκτωβρίου: Επίσημη τριήμερη επίσκεψη στην Ελλάδα πραγματοποίησε ο υφυπουργός Εμπορίου της Μεγάλης Βρετανίας Λόρδος Λίμερικ γενόμενος δεκτός από τον υπουργό οικονομικών Ν. Εφέσιο, υφυπουργό Εξωτερικών Κ. Μιχαλόπουλο καθώς και από τον αντιπρόεδρο Ν. Μακαρέζο.
  • 17 Νοεμβρίου: Αναγνωρίζοντας η Κίνα το καθεστώς στην Ελλάδα φθάνει στην Αθήνα η πρώτη κινεζική αντιπροσωπεία για ανάπτυξη εμπορικών σχέσεων.
  • 18 Νοεμβρίου: Ρωσική αντιπροσωπεία που βρίσκεται στην Ελλάδα υπογράφει συμφωνία με τη ΔΕΗ για εγκατάσταση ατμοηλεκτρικού σταθμού στους Φιλίππους της Καβάλας.

1973

  • 22 Ιανουαρίου: Αρχίζει μακρά δίκη κομουνιστών που θα ολοκληρωθεί μετά από μια εβδομάδα στις 29 Ιανουαρίου.
  • 29 Ιανουαρίου: Στη μακρά δίκη κομουνιστών ο Μπ. Δρακόπουλος (ηγέτης του ΚΚΕ) καταδικάζεται σε φυλάκιση 12,5 χρόνια καθώς και ο Μ. Παρτσαλίδης σε 12 χρόνια, ενώ με μικρότερες ποινές καταδικάζονται 4 ακόμα άτομα.
  • 21 Φεβρουαρίου: Αρχίζει η διήμερη κατάληψη της Νομικής Σχολής Αθηνών από φοιτητές που διαμαρτύρονται ενάντια σε διάταγμα για διακοπή αναβολής λόγω σπουδών.
  • 8 Μαρτίου: Η Χούντα στην Ελλάδα και ο στρατηγός Γρίβας υποκινούν τρεις μητροπολίτες της Κύπρου να καθαιρέσουν τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο ως ασυμβίβαστη την ταυτόχρονη εκ μέρους του άσκηση πολιτικών και θρησκευτικών καθηκόντων. Οι μητροπολίτες απαιτούν τελεσιγραφικά την παραίτηση του Μακαρίου. Ο Μακάριος έναντι αυτού του επιχειρούμενου εκκλησιαστικού πραξικοπήματος καλώντας τον κυπριακό λαό σε ενότητα απάντησε: «Ως προδοσία θα κατελογίζετο ημίν η τοιαύτη του λαού εγκατάλειψις και φυγή. Tων λύκων επερχομένων ο ποιμήν ουκ αφίησι τα πρόβατα και φεύγει». Τέσσερις μήνες μετά ακολούθησε η καθαίρεση των μητροπολιτών.
  • 20 Μαρτίου: Νέα κατάληψη της Νομικής Σχολής Αθηνών από φοιτητές, είχε προηγηθεί η διήμερη στις 21-22 Φεβρουαρίου. Στη κατάληψη αυτή ύστερα από αίτηση της Συγκλήτου ακολούθησε επέμβαση της Αστυνομίας με τραυματίες και περισσότερες από 100 συλλήψεις.
  • 30 Μαρτίου: Σε μνημόνιο του Κίσινγκερ, βοηθού επί θεμάτων ασφαλείας του Προέδρου των ΗΠΑ, παρά τις γενικές περικοπές εκ μέρους του Κογκρέσου, πιστώνεται η Ελλάδα, για το οικον. έτος 1974 (FY-1974) με το ποσό των 65 εκατομμυρίων δολαρίων σε στρατιωτική βοήθεια, στα πλαίσια του δόγματος GTI.
  • 23 Απριλίου: Το καθεστώς διατάζει την κατάσχεση όλων των φύλλων των εφημερίδων "Βραδυνή" και "Θεσσαλονίκη" που δημοσίευαν δήλωση του Κ. Καραμανλή, από το Παρίσι, όπου σχολίαζε την κατάσταση στην Ελλάδα.
  • 3 Μαΐου: Η Ακαδημία Αθηνών τιμά για έκτη χρονιά την 21 Απριλίου 1967 (αυτή φέρεται και τελευταία επέτειος).
  • 22 Μαΐου: Συλλαμβάνεται ο αξιωματικός Σπύρος Μουστακλής όπου και θα υποστεί άγριους βασανισμούς στο ΕΑΤ/ΕΣΑ.
  • 23 Μαΐου: Εκδηλώνεται το κίνημα του Ναυτικού (1973).
  • 1 Ιουνίου: Η Χούντα των Συνταγματαρχών προχωρεί στην κατάργηση της μοναρχίας στην Ελλάδα. Ο Γ. Παπαδόπουλος σε διάγγελμά του προαναγγέλλει την εγκαθίδρυση "Κοινοβουλευτικής Προοδευτικής Δημοκρατίας" μετά από πολιτειακό δημοψήφισμα καταλήγοντας με τη φράση "Ζήτω η Δημοκρατία".
  • 4 Ιουλίου: Συλλαμβάνεται ο Ε. Αβέρωφ ως υποκινητής και πολιτικός σύμβουλος του "Κινήματος του Ναυτικού 1973".
  • 14 Ιουλίου: Η Μείζων σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου καθαιρεί τους τρεις στασιαστές μητροπολίτες.
  • 29 Ιουλίου: Το καθεστώς διενεργεί δημοψήφισμα μεταβολής πολιτεύματος σε προεδρευομένη δημοκρατία με χαλκευμένο αποτέλεσμα "ΝΑΙ" 78,4% και "ΟΧΙ" 21,6%.
  • 9 Αυγούστου: Συλλαμβάνεται στην Κύπρο ο Έλληνας χουντικός ταγματάρχης και υπαρχηγός του Γρίβα, Σταύρος Σταύρου, στη κατοχή του οποίου βρέθηκε σχέδιο δολοφονίας του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου.
  • 10 Αυγούστου: Δίκη βομβιστών της ΕΑΝ που ξεκίνησε την προηγουμένη, καταδικάζονται 6 μέλη σε ποινές φυλάκισης μέχρι 18 χρόνια.
  • 19 Αυγούστου: Ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος ορκίζεται «πρόεδρος» της Δημοκρατίας μετά το φαινομενικό και παράτυπο δημοψήφισμα της 29ης Ιουλίου νομιμοποιώντας πολιτειακή αυθαιρεσία και διορίζοντας 20 ημέρες αργότερα κυβέρνηση πολιτικού προσωπείου υπό τον Σπ. Μαρκεζίνη. Την ορκομωσία τέλεσε ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος.
  • 20 Αυγούστου: Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος χορηγεί γενική αμνηστία, δίνοντας χάρη και στον Α. Παναγούλη και ταυτόχρονα αίρεται ο στρατιωτικός νόμος στην Αθήνα και Πειραιά. Παράλληλα παραγράφονται όλα τα αδικήματα που είχαν τελεστεί παρασύροντας και εκείνα που είχαν διαπραχθεί από ανακριτικές Αρχές και όργανα. Ο ταξίαρχος Δ. Ιωαννίδης μετατίθεται στη Μακεδονία.
  • 19 Σεπτεμβρίου: Τίθεται σε ισχύ δια νόμου το Συνταγματικό δικαστήριο που προβλεπόταν από το 1970 όπου και διορίζονται τα πρώτα μέλη του.
  • 25 Σεπτεμβρίου: Φοιτητική διαδήλωση κατά της στράτευσης που εκδηλώνεται στην Αθήνα καταλήγει σε σύγκρουση με την Αστυνομία και πολλές συλλήψεις.
  • 28 Σεπτεμβρίου: Στη προσπάθεια πολιτικής φιλελευθεροποίησης παραιτείται και αποστρατεύεται ο δεύτερος της επαναστατικής τριανδρίας Νικόλαος Μακαρέζος. Αντίθετα ο Δ. Ιωαννίδης που διατηρεί διασυνδέσεις με Αμερικανούς πράκτορες, επανέρχεται στην Αθήνα, Διοικητής ΕΑΤ/ΕΣΑ.
  • 4 Οκτωβρίου: Ο "Πρόεδρος της Δημοκρατίας" προσκαλεί και δίνει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον πολιτικό Σπύρο Μαρκεζίνη, παρά την αντίθετη εισήγηση του Στ. Παττακού για διενέργεια κανονικών εκλογών ένα μήνα αργότερα. Σε αναβρασμό η ανατολική Μεσόγειος.
  • 6 Οκτωβρίου: Ημέρα Σάββατο. Ξεσπά ο Πόλεμος του Γιομ Κιπούρ που θα κρατήσει περίπου 20 ημέρες.
  • 7 Οκτωβρίου: Κύπρος - Εκδηλώνεται νέα απόπειρα δολοφονίας του Μακαρίου από μέλη της ΕΟΚΑ Β' με παγίδευση του δρόμου απ' όπου θα πέρναγε το προεδρικό αυτοκίνητο. Σώθηκε λόγω πρόωρης έκρηξης. Η πράξη καταδικάζεται επίσημα από τις εγγυήτριες χώρες.
  • 8 Οκτωβρίου: Ορκίζεται η Κυβέρνηση Σπύρου Μαρκεζίνη 1973. Την ορκωμοσία τελεί ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος. Την ίδια ημέρα παραιτείται και αποστρατεύεται ο τρίτος της τριανδρίας Στυλιανός Παττακός ενώ παραιτούνται όλοι οι στρατιωτικοί που κατείχαν πολιτικές θέσεις.
  • 10 Οκτωβρίου: Σε "μυστική σύσκεψη" Προέδρου Παπαδόπουλου, Πρωθυπουργού Μαρκεζίνη και υπουργού Εξωτερικών Χ. Ξανθόπουλου Παλαμά, ανταποκρινόμενοι σε σχετικό αίτημα του Προέδρου της Αιγύπτου Ανουάρ Σαντάτ, αποφασίζεται η απαγόρευση ελεύθερης διέλευσης αμερικανικών πολεμικών αεροσκαφών υπέρ Ισραήλ από FIR Αθηνών. Ενδοιασμούς στην απόφαση αυτή εξέφρασε ο τότε Α/ΓΕΕΘΑ αντιστράτηγος Δ. Ζαγοριανάκος. Παραιτείται ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Σπύρος Άγκνιου, εμπλεκόμενος σε σκάνδαλο.
  • 16 Οκτωβρίου: Σε έκτακτη σύσκεψη του προεδρείου της Επιτροπής Συντονισμού Ενωτικού Αγώνος (ΕΣΕΑ) που αποτελούσε το πολιτικό σκέλος της ΕΟΚΑ-Β΄ στην Κύπρο, ο Παντελής Δημητρίου, επιστήθιος φίλος του Δ. Ιωαννίδη, δηλώνει δημόσια μεταξύ άλλων "ο ελληνικός στρατός θα δώσει σύντομα λύση στο Κυπριακό υψώνοντας την ελληνική σημαία σε ολόκληρο το νησί και ως εκ τούτου η Ένωση θα είναι πραγματικότητα στο προσεχές μέλλον, αρκεί να έχουν όλοι πίστη στο στρατό και να συμμορφώνονται με τις εντολές «της Ηγεσίας»".
  • 17 Οκτωβρίου: Ξεσπά η διεθνής πετρελαϊκή κρίση 1973 όπου ο ΟΠΕΚ περιορίζει προοδευτικά την πετρελαϊκή παραγωγή. Σ΄ ένα μήνα η τιμή του πετρελαίου διπλασιάζεται.
  • 4 Νοεμβρίου: Αθήνα - Συγκρούσεις Αστυνομίας και διαδηλωτών μετά το μνημόσυνο του Γ. Παπανδρέου. Ξένοι "δημοσιογράφοι" και Έλληνες προσεγγίζουν κάποιους εκ των διαδηλωτών.
  • 6 Νοεμβρίου: Αρχίζει διήμερη σύνοδος υπουργών του ΝΑΤΟ στη Χάγη με κύριο θέμα τον πυρηνικό σχεδιασμό και θέματα κρίσης Μέσης Ανατολής. (πόλεμος του Γιομ Κιπούρ). Την Ελλάδα εκπροσωπεί ο τότε υπουργός Εθνικής Αμύνης Νικόλαος Εφέσιος, ενώ παρευρίσκεται και ο υπουργός Εξωτερικών Χ. Ξανθόπουλος Παλαμάς.
  • 7 Νοεμβρίου: Με τη λήξη της παραπάνω Συνόδου οι Έλληνες εκπρόσωποι δέχονται φραστική απειλή από Χένρυ Κίσινγκερ για την αρνητική στάση της Ελλάδας σε αίτημα των ΗΠΑ. Την αυτή ημέρα στην Αθήνα, ο τότε διευθυντής του Εθνικού Ιδρύματος "Βασιλεύς Παύλος", απόστρατος υποστράτηγος Μιχαήλ Ξένος, παλαιότερα καθηγητής πυροβολικής του Γ. Παπαδόπουλου, επικαλούμενος διασυνδέσεις του με το εξωτερικό δηλώνει ευρύτατα σε στρατιωτικούς κύκλους και χωρίς καμία προφύλαξη ότι "επίκειται η πτώση του Γ. Παπαδόπουλου". Αν και οι δηλώσεις του αυτές έγιναν αμέσως γνωστές δεν συνελήφθη.
  • 14 Νοεμβρίου: Από ώρα 20:30 ξεκινά η κατάληψη του Πολυτεχνείου και η καλούμενη Εξέγερση του Πολυτεχνείου. Δεν επιχειρήθηκε αστυνομικός αποκλεισμός.
  • 17 Νοεμβρίου: Πρώτες πρωινές ώρες (03:20), μετά από ολιγόλεπτη προθεσμία εκκένωσης της εισόδου του κτιρίου σε επιτροπή φοιτητών (από περίπου 02:50), άρμα μάχης κατά διαταγή ιλάρχου, εισέρχεται αναίμακτα στο Πολυτεχνείο θραύοντας την καγκελόπορτα της κυρίας εισόδου, χωρίς να υπάρξει θύμα εντός του Πολυτεχνείου από της εξέγερσης, σύμφωνα με μεταγενέστερη έκθεση της Συγκλήτου. Στη συνέχεια εισήλθαν λοκατζήδες που ολοκλήρωσαν την εκκένωση. Ακολούθησαν πυροβολισμοί πέριξ των οδών. Κηρύσσεται στρατιωτικός νόμος σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.
  • 28 Νοεμβρίου: Οι απελαθέντες Κύπριοι φοιτητές της ΟΕΦΕΚ συγχαίρουν τηλεγραφικά την νέα χουντική ηγεσία του Δ. Ιωαννίδη δηλώνοντας μεταξύ άλλων: "Ημείς οι απελαθέντες Κύπριοι φοιτηταί, μέλη των Δ.Σ. της ΕΦΕΚ και ΟΕΦΕΚ σας συγχαίρομεν ολοψύχως διά την υπό την ηγεσίαν σας επιτυχίαν της νέας επαναστάσεως. {...] Ταξίαρχε, (νοείται ο Ιωαννίδης), Είμεθα παρά το πλευρόν σας. Οι απανταχού της γης Έλληνες Κύπριοι φοιτηταί τους οποίους εμείς εκπροσωπούμεν σας συμπαρίστανται ολοψήχως. Ζήτω το Έθνος, Ζήτω η Ένωσις." Παρόμοια τηλεγραφήματα στάλθηκαν στον Πρόεδρο Φ. Γκιζίκη, τον πρωθυπουργό Ανδρουτσόπουλο και στον στρατηγό Μπονάνο.
  • 17 Δεκεμβρίου: Ανακοινώνεται η ανακάλυψη πετρελαίου στο Αιγαίο στην περιοχή Πρίνος 1.

1974

  • 2 Ιουλίου: Στρατοδικείο των Ιωαννίνων καταδικάζει 27 μέλη της οργάνωσης "Άρης Βελουχιώτης" σε ποινές φυλάκισης μέχρι 10 χρόνια.
  • 8 Ιουλίου: Παραιτείται ο υπουργός Εξωτερικών Σπυρίδων Τετενές.
  • 20 Ιουλίου: Πρωινές ώρες αρχίζει η αποβατική Επιχείρηση Αττίλας Ι, που θα αποτελέσει το προγεφύρωμα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο και που θα ολοκληρωθεί ένα μήνα μετά με τη φάση Αττίλας ΙΙ.
  • 24 Σεπτεμβρίου: Με νομοθετικό διάταγμα της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας νομιμοποιείται το ΚΚΕ μετά από 27 χρόνια παρανομίας. Πρώτοι βουλευτές του ΚΚΕ ήταν οι Λ. Κύρκος, Μπ. Δρακόπουλος, Μίνα Γιάννου, Χαρ. Φλωράκης, Γρ. Φαράκος, Κ. Κάππος, Δ. Γόντικας.